Ancient Greek-English Dictionary Language

λευκόχρως

Adjective; Transliteration:

Principal Part: λευκόχρως λευκόχρωτος

Sense

  1. white-skinned

Examples

  • λευκόχρωσ λίαν τίσ ἐστιν παιδέρωτ’ ἐντρίβεται. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 23 2:5)
  • νύμφα ἀπειρόγαμοσ τεύτλῳ περὶ σῶμα καλυπτὰ λευκόχρωσ παρέσται, ἔγχελυσ, ὦ μέγα μοι μέγα σοι φάοσ ὅσσον ἐναργέσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 562)
  • Δάφνισ ὁ λευκόχρωσ, ὁ καλᾷ σύριγγι μελίσδων βουκολικοὺσ ὕμνουσ, ἄνθετο Πανὶ τάδε, τοὺσ τρητοὺσ δόνακασ, τὸ λαγωβόλον, ὀξὺν ἄκοντα, νεβρίδα, τὰν πήραν, ᾇ ποκ’ ἐμαλοφόρει. (Theocritus, Idylls1)
  • Δάφνισ ὁ λευκόχρωσ, ὁ καλᾷ σύριγγι μελίσδων βουκολικοὺσ ὕμνουσ, ἄνθετο Πανὶ τάδε· (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 1771)

Synonyms

  1. white-skinned

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION