Ancient Greek-English Dictionary

λεπταλέος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: λεπταλέος λεπταλέᾱ λεπταλέον

Structure: λεπταλε (Stem) + ος (Ending)

Etym.: lepto/s

Sense

  1. fine, delicate

Examples

  • ἔνθ’ ἀπὸ Τυνδαρίδησ μὲν ἐύστιπτον θέτο φᾶροσ λεπταλέον, τό ῥά οἵ τισ ἑὸν ξεινήιον εἶναι ὤπασε Λημνιάδων· (Apollodorus, Argonautica, book 2 1:18)
  • ἠέρα λεπταλέον μυκτηρόθεν ἀμπνείοντεσ ζώομεν, ἠελίου λαμπάδα δερκόμενοι, πάντεσ ὅσοι ζῶμεν κατὰ τὸν βίον ὄργανα δ’ ἐσμέν, αὔραισ ζῳογόνοισ πνεύματα δεχνύμενοι. (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 10, chapter 751)
  • Παλλάδι ταὶ τρισσαὶ θέσαν ἅλικεσ, ἶσον ἀράχνᾳ τεῦξαι λεπταλέον στάμον’ ἐπιστάμεναι, Δημὼ μὲν ταλαρίσκον ἐύπλοκον, Ἀρσινόα δὲ ἐργάτιν εὐκλώστου νήματοσ ἠλακάταν κερκίδα δ’ εὐποίητον, ἀηδόνα τὰν ἐν ἐρίθοισ, Βακχυλίσ, εὐκρέκτουσ ᾇ διέκρινε μίτουσ· (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 1741)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION