헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

λαιοτομέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: λαιοτομέω λαιοτομήσω

형태분석: λαιοτομέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: lai=on, te/mnw

  1. to reap corn

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαιοτομῶ

λαιοτομεῖς

λαιοτομεῖ

쌍수 λαιοτομεῖτον

λαιοτομεῖτον

복수 λαιοτομοῦμεν

λαιοτομεῖτε

λαιοτομοῦσιν*

접속법단수 λαιοτομῶ

λαιοτομῇς

λαιοτομῇ

쌍수 λαιοτομῆτον

λαιοτομῆτον

복수 λαιοτομῶμεν

λαιοτομῆτε

λαιοτομῶσιν*

기원법단수 λαιοτομοῖμι

λαιοτομοῖς

λαιοτομοῖ

쌍수 λαιοτομοῖτον

λαιοτομοίτην

복수 λαιοτομοῖμεν

λαιοτομοῖτε

λαιοτομοῖεν

명령법단수 λαιοτόμει

λαιοτομείτω

쌍수 λαιοτομεῖτον

λαιοτομείτων

복수 λαιοτομεῖτε

λαιοτομούντων, λαιοτομείτωσαν

부정사 λαιοτομεῖν

분사 남성여성중성
λαιοτομων

λαιοτομουντος

λαιοτομουσα

λαιοτομουσης

λαιοτομουν

λαιοτομουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαιοτομοῦμαι

λαιοτομεῖ, λαιοτομῇ

λαιοτομεῖται

쌍수 λαιοτομεῖσθον

λαιοτομεῖσθον

복수 λαιοτομούμεθα

λαιοτομεῖσθε

λαιοτομοῦνται

접속법단수 λαιοτομῶμαι

λαιοτομῇ

λαιοτομῆται

쌍수 λαιοτομῆσθον

λαιοτομῆσθον

복수 λαιοτομώμεθα

λαιοτομῆσθε

λαιοτομῶνται

기원법단수 λαιοτομοίμην

λαιοτομοῖο

λαιοτομοῖτο

쌍수 λαιοτομοῖσθον

λαιοτομοίσθην

복수 λαιοτομοίμεθα

λαιοτομοῖσθε

λαιοτομοῖντο

명령법단수 λαιοτομοῦ

λαιοτομείσθω

쌍수 λαιοτομεῖσθον

λαιοτομείσθων

복수 λαιοτομεῖσθε

λαιοτομείσθων, λαιοτομείσθωσαν

부정사 λαιοτομεῖσθαι

분사 남성여성중성
λαιοτομουμενος

λαιοτομουμενου

λαιοτομουμενη

λαιοτομουμενης

λαιοτομουμενον

λαιοτομουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαιοτομήσω

λαιοτομήσεις

λαιοτομήσει

쌍수 λαιοτομήσετον

λαιοτομήσετον

복수 λαιοτομήσομεν

λαιοτομήσετε

λαιοτομήσουσιν*

기원법단수 λαιοτομήσοιμι

λαιοτομήσοις

λαιοτομήσοι

쌍수 λαιοτομήσοιτον

λαιοτομησοίτην

복수 λαιοτομήσοιμεν

λαιοτομήσοιτε

λαιοτομήσοιεν

부정사 λαιοτομήσειν

분사 남성여성중성
λαιοτομησων

λαιοτομησοντος

λαιοτομησουσα

λαιοτομησουσης

λαιοτομησον

λαιοτομησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαιοτομήσομαι

λαιοτομήσει, λαιοτομήσῃ

λαιοτομήσεται

쌍수 λαιοτομήσεσθον

λαιοτομήσεσθον

복수 λαιοτομησόμεθα

λαιοτομήσεσθε

λαιοτομήσονται

기원법단수 λαιοτομησοίμην

λαιοτομήσοιο

λαιοτομήσοιτο

쌍수 λαιοτομήσοισθον

λαιοτομησοίσθην

복수 λαιοτομησοίμεθα

λαιοτομήσοισθε

λαιοτομήσοιντο

부정사 λαιοτομήσεσθαι

분사 남성여성중성
λαιοτομησομενος

λαιοτομησομενου

λαιοτομησομενη

λαιοτομησομενης

λαιοτομησομενον

λαιοτομησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to reap corn

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION