헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

λαγαρίζομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: λαγαρίζομαι

형태분석: λαγαρίζ (어간) + ομαι (인칭어미)

어원: from lagaro/s

  1. 굶다, 굶주리다
  1. to be slack or gaunt through hunger, to starve, to be or become slack, to be in the act of thawing

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 λαγαρίζομαι

(나는) 굶는다

λαγαρίζει, λαγαρίζῃ

(너는) 굶는다

λαγαρίζεται

(그는) 굶는다

쌍수 λαγαρίζεσθον

(너희 둘은) 굶는다

λαγαρίζεσθον

(그 둘은) 굶는다

복수 λαγαριζόμεθα

(우리는) 굶는다

λαγαρίζεσθε

(너희는) 굶는다

λαγαρίζονται

(그들은) 굶는다

접속법단수 λαγαρίζωμαι

(나는) 굶자

λαγαρίζῃ

(너는) 굶자

λαγαρίζηται

(그는) 굶자

쌍수 λαγαρίζησθον

(너희 둘은) 굶자

λαγαρίζησθον

(그 둘은) 굶자

복수 λαγαριζώμεθα

(우리는) 굶자

λαγαρίζησθε

(너희는) 굶자

λαγαρίζωνται

(그들은) 굶자

기원법단수 λαγαριζοίμην

(나는) 굶기를 (바라다)

λαγαρίζοιο

(너는) 굶기를 (바라다)

λαγαρίζοιτο

(그는) 굶기를 (바라다)

쌍수 λαγαρίζοισθον

(너희 둘은) 굶기를 (바라다)

λαγαριζοίσθην

(그 둘은) 굶기를 (바라다)

복수 λαγαριζοίμεθα

(우리는) 굶기를 (바라다)

λαγαρίζοισθε

(너희는) 굶기를 (바라다)

λαγαρίζοιντο

(그들은) 굶기를 (바라다)

명령법단수 λαγαρίζου

(너는) 굶어라

λαγαριζέσθω

(그는) 굶어라

쌍수 λαγαρίζεσθον

(너희 둘은) 굶어라

λαγαριζέσθων

(그 둘은) 굶어라

복수 λαγαρίζεσθε

(너희는) 굶어라

λαγαριζέσθων, λαγαριζέσθωσαν

(그들은) 굶어라

부정사 λαγαρίζεσθαι

굶는 것

분사 남성여성중성
λαγαριζομενος

λαγαριζομενου

λαγαριζομενη

λαγαριζομενης

λαγαριζομενον

λαγαριζομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐλαγαριζόμην

(나는) 굶고 있었다

ἐλαγαρίζου

(너는) 굶고 있었다

ἐλαγαρίζετο

(그는) 굶고 있었다

쌍수 ἐλαγαρίζεσθον

(너희 둘은) 굶고 있었다

ἐλαγαριζέσθην

(그 둘은) 굶고 있었다

복수 ἐλαγαριζόμεθα

(우리는) 굶고 있었다

ἐλαγαρίζεσθε

(너희는) 굶고 있었다

ἐλαγαρίζοντο

(그들은) 굶고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οἱ δὲ ξύμμαχοι ὡσ ᾔσθηνται τὸν μὲν σύρφακα τὸν ἄλλον ἐκ κηθαρίον λαγαριζόμενον καὶ τραγαλιζοντα τὸ μηδέν, σὲ μὲν ἡγοῦνται Κόννου ψῆφον, τούτοισι δὲ δωροφοροῦσιν ὑρ́χασ οἶνον δάπιδασ τυρὸν μέλι σήσαμα προσκεφάλαια φιάλασ χλανίδασ στεφάνουσ ὁρ́μουσ ἐκπώματα πλουθυγιείαν· (Aristophanes, Wasps, Agon, antepirrheme16)

    (아리스토파네스, Wasps, Agon, antepirrheme16)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION