헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κυπτάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κυπτάζω κυπτάσω

형태분석: κυπτάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: Frequent. of ku/ptw

  1. to keep stooping, to go poking about, potter about

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυπτάζω

κυπτάζεις

κυπτάζει

쌍수 κυπτάζετον

κυπτάζετον

복수 κυπτάζομεν

κυπτάζετε

κυπτάζουσιν*

접속법단수 κυπτάζω

κυπτάζῃς

κυπτάζῃ

쌍수 κυπτάζητον

κυπτάζητον

복수 κυπτάζωμεν

κυπτάζητε

κυπτάζωσιν*

기원법단수 κυπτάζοιμι

κυπτάζοις

κυπτάζοι

쌍수 κυπτάζοιτον

κυπταζοίτην

복수 κυπτάζοιμεν

κυπτάζοιτε

κυπτάζοιεν

명령법단수 κύπταζε

κυπταζέτω

쌍수 κυπτάζετον

κυπταζέτων

복수 κυπτάζετε

κυπταζόντων, κυπταζέτωσαν

부정사 κυπτάζειν

분사 남성여성중성
κυπταζων

κυπταζοντος

κυπταζουσα

κυπταζουσης

κυπταζον

κυπταζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυπτάζομαι

κυπτάζει, κυπτάζῃ

κυπτάζεται

쌍수 κυπτάζεσθον

κυπτάζεσθον

복수 κυπταζόμεθα

κυπτάζεσθε

κυπτάζονται

접속법단수 κυπτάζωμαι

κυπτάζῃ

κυπτάζηται

쌍수 κυπτάζησθον

κυπτάζησθον

복수 κυπταζώμεθα

κυπτάζησθε

κυπτάζωνται

기원법단수 κυπταζοίμην

κυπτάζοιο

κυπτάζοιτο

쌍수 κυπτάζοισθον

κυπταζοίσθην

복수 κυπταζοίμεθα

κυπτάζοισθε

κυπτάζοιντο

명령법단수 κυπτάζου

κυπταζέσθω

쌍수 κυπτάζεσθον

κυπταζέσθων

복수 κυπτάζεσθε

κυπταζέσθων, κυπταζέσθωσαν

부정사 κυπτάζεσθαι

분사 남성여성중성
κυπταζομενος

κυπταζομενου

κυπταζομενη

κυπταζομενης

κυπταζομενον

κυπταζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION