헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κυνοκοπέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κυνοκοπέω κυνοκοπήσω

형태분석: κυνοκοπέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: ko/ptw

  1. to beat like a dog

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοκόπω

κυνοκόπεις

κυνοκόπει

쌍수 κυνοκόπειτον

κυνοκόπειτον

복수 κυνοκόπουμεν

κυνοκόπειτε

κυνοκόπουσιν*

접속법단수 κυνοκόπω

κυνοκόπῃς

κυνοκόπῃ

쌍수 κυνοκόπητον

κυνοκόπητον

복수 κυνοκόπωμεν

κυνοκόπητε

κυνοκόπωσιν*

기원법단수 κυνοκόποιμι

κυνοκόποις

κυνοκόποι

쌍수 κυνοκόποιτον

κυνοκοποίτην

복수 κυνοκόποιμεν

κυνοκόποιτε

κυνοκόποιεν

명령법단수 κυνοκο͂πει

κυνοκοπεῖτω

쌍수 κυνοκόπειτον

κυνοκοπεῖτων

복수 κυνοκόπειτε

κυνοκοποῦντων, κυνοκοπεῖτωσαν

부정사 κυνοκόπειν

분사 남성여성중성
κυνοκοπων

κυνοκοπουντος

κυνοκοπουσα

κυνοκοπουσης

κυνοκοπουν

κυνοκοπουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοκόπουμαι

κυνοκόπει, κυνοκόπῃ

κυνοκόπειται

쌍수 κυνοκόπεισθον

κυνοκόπεισθον

복수 κυνοκοποῦμεθα

κυνοκόπεισθε

κυνοκόπουνται

접속법단수 κυνοκόπωμαι

κυνοκόπῃ

κυνοκόπηται

쌍수 κυνοκόπησθον

κυνοκόπησθον

복수 κυνοκοπώμεθα

κυνοκόπησθε

κυνοκόπωνται

기원법단수 κυνοκοποίμην

κυνοκόποιο

κυνοκόποιτο

쌍수 κυνοκόποισθον

κυνοκοποίσθην

복수 κυνοκοποίμεθα

κυνοκόποισθε

κυνοκόποιντο

명령법단수 κυνοκόπου

κυνοκοπεῖσθω

쌍수 κυνοκόπεισθον

κυνοκοπεῖσθων

복수 κυνοκόπεισθε

κυνοκοπεῖσθων, κυνοκοπεῖσθωσαν

부정사 κυνοκόπεισθαι

분사 남성여성중성
κυνοκοπουμενος

κυνοκοπουμενου

κυνοκοπουμενη

κυνοκοπουμενης

κυνοκοπουμενον

κυνοκοπουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοκοπήσω

κυνοκοπήσεις

κυνοκοπήσει

쌍수 κυνοκοπήσετον

κυνοκοπήσετον

복수 κυνοκοπήσομεν

κυνοκοπήσετε

κυνοκοπήσουσιν*

기원법단수 κυνοκοπήσοιμι

κυνοκοπήσοις

κυνοκοπήσοι

쌍수 κυνοκοπήσοιτον

κυνοκοπησοίτην

복수 κυνοκοπήσοιμεν

κυνοκοπήσοιτε

κυνοκοπήσοιεν

부정사 κυνοκοπήσειν

분사 남성여성중성
κυνοκοπησων

κυνοκοπησοντος

κυνοκοπησουσα

κυνοκοπησουσης

κυνοκοπησον

κυνοκοπησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοκοπήσομαι

κυνοκοπήσει, κυνοκοπήσῃ

κυνοκοπήσεται

쌍수 κυνοκοπήσεσθον

κυνοκοπήσεσθον

복수 κυνοκοπησόμεθα

κυνοκοπήσεσθε

κυνοκοπήσονται

기원법단수 κυνοκοπησοίμην

κυνοκοπήσοιο

κυνοκοπήσοιτο

쌍수 κυνοκοπήσοισθον

κυνοκοπησοίσθην

복수 κυνοκοπησοίμεθα

κυνοκοπήσοισθε

κυνοκοπήσοιντο

부정사 κυνοκοπήσεσθαι

분사 남성여성중성
κυνοκοπησομενος

κυνοκοπησομενου

κυνοκοπησομενη

κυνοκοπησομενης

κυνοκοπησομενον

κυνοκοπησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • κυνοκοπήσω σου τὸ νῶτον. (Aristotle, Agon, proagon6)

    (아리스토텔레스, Agon, proagon6)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION