헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κοπρίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κοπρίζω

형태분석: κοπρίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to dung, manure

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπρίζω

κοπρίζεις

κοπρίζει

쌍수 κοπρίζετον

κοπρίζετον

복수 κοπρίζομεν

κοπρίζετε

κοπρίζουσιν*

접속법단수 κοπρίζω

κοπρίζῃς

κοπρίζῃ

쌍수 κοπρίζητον

κοπρίζητον

복수 κοπρίζωμεν

κοπρίζητε

κοπρίζωσιν*

기원법단수 κοπρίζοιμι

κοπρίζοις

κοπρίζοι

쌍수 κοπρίζοιτον

κοπριζοίτην

복수 κοπρίζοιμεν

κοπρίζοιτε

κοπρίζοιεν

명령법단수 κόπριζε

κοπριζέτω

쌍수 κοπρίζετον

κοπριζέτων

복수 κοπρίζετε

κοπριζόντων, κοπριζέτωσαν

부정사 κοπρίζειν

분사 남성여성중성
κοπριζων

κοπριζοντος

κοπριζουσα

κοπριζουσης

κοπριζον

κοπριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κοπρίζομαι

κοπρίζει, κοπρίζῃ

κοπρίζεται

쌍수 κοπρίζεσθον

κοπρίζεσθον

복수 κοπριζόμεθα

κοπρίζεσθε

κοπρίζονται

접속법단수 κοπρίζωμαι

κοπρίζῃ

κοπρίζηται

쌍수 κοπρίζησθον

κοπρίζησθον

복수 κοπριζώμεθα

κοπρίζησθε

κοπρίζωνται

기원법단수 κοπριζοίμην

κοπρίζοιο

κοπρίζοιτο

쌍수 κοπρίζοισθον

κοπριζοίσθην

복수 κοπριζοίμεθα

κοπρίζοισθε

κοπρίζοιντο

명령법단수 κοπρίζου

κοπριζέσθω

쌍수 κοπρίζεσθον

κοπριζέσθων

복수 κοπρίζεσθε

κοπριζέσθων, κοπριζέσθωσαν

부정사 κοπρίζεσθαι

분사 남성여성중성
κοπριζομενος

κοπριζομενου

κοπριζομενη

κοπριζομενης

κοπριζομενον

κοπριζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION