헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κομψεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κομψεύω

형태분석: κομψεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: komyo/s

  1. to refine upon, quibble upon, quibble on, to deal in refinements or subtleties

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κομψεύω

κομψεύεις

κομψεύει

쌍수 κομψεύετον

κομψεύετον

복수 κομψεύομεν

κομψεύετε

κομψεύουσιν*

접속법단수 κομψεύω

κομψεύῃς

κομψεύῃ

쌍수 κομψεύητον

κομψεύητον

복수 κομψεύωμεν

κομψεύητε

κομψεύωσιν*

기원법단수 κομψεύοιμι

κομψεύοις

κομψεύοι

쌍수 κομψεύοιτον

κομψευοίτην

복수 κομψεύοιμεν

κομψεύοιτε

κομψεύοιεν

명령법단수 κόμψευε

κομψευέτω

쌍수 κομψεύετον

κομψευέτων

복수 κομψεύετε

κομψευόντων, κομψευέτωσαν

부정사 κομψεύειν

분사 남성여성중성
κομψευων

κομψευοντος

κομψευουσα

κομψευουσης

κομψευον

κομψευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κομψεύομαι

κομψεύει, κομψεύῃ

κομψεύεται

쌍수 κομψεύεσθον

κομψεύεσθον

복수 κομψευόμεθα

κομψεύεσθε

κομψεύονται

접속법단수 κομψεύωμαι

κομψεύῃ

κομψεύηται

쌍수 κομψεύησθον

κομψεύησθον

복수 κομψευώμεθα

κομψεύησθε

κομψεύωνται

기원법단수 κομψευοίμην

κομψεύοιο

κομψεύοιτο

쌍수 κομψεύοισθον

κομψευοίσθην

복수 κομψευοίμεθα

κομψεύοισθε

κομψεύοιντο

명령법단수 κομψεύου

κομψευέσθω

쌍수 κομψεύεσθον

κομψευέσθων

복수 κομψεύεσθε

κομψευέσθων, κομψευέσθωσαν

부정사 κομψεύεσθαι

분사 남성여성중성
κομψευομενος

κομψευομενου

κομψευομενη

κομψευομενης

κομψευομενον

κομψευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION