헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κληρονομέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κληρονομέω κληρονομήσω

형태분석: κληρονομέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: klhrono/mos

  1. 물려받다
  2. 계승하다, 성공하다, 잇따라 일어나다, 잇다
  1. to receive a share of an inheritance, to inherit a portion, to inherit
  2. to be an inheritor or heir, of, to succeed

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κληρονομῶ

(나는) 물려받는다

κληρονομεῖς

(너는) 물려받는다

κληρονομεῖ

(그는) 물려받는다

쌍수 κληρονομεῖτον

(너희 둘은) 물려받는다

κληρονομεῖτον

(그 둘은) 물려받는다

복수 κληρονομοῦμεν

(우리는) 물려받는다

κληρονομεῖτε

(너희는) 물려받는다

κληρονομοῦσιν*

(그들은) 물려받는다

접속법단수 κληρονομῶ

(나는) 물려받자

κληρονομῇς

(너는) 물려받자

κληρονομῇ

(그는) 물려받자

쌍수 κληρονομῆτον

(너희 둘은) 물려받자

κληρονομῆτον

(그 둘은) 물려받자

복수 κληρονομῶμεν

(우리는) 물려받자

κληρονομῆτε

(너희는) 물려받자

κληρονομῶσιν*

(그들은) 물려받자

기원법단수 κληρονομοῖμι

(나는) 물려받기를 (바라다)

κληρονομοῖς

(너는) 물려받기를 (바라다)

κληρονομοῖ

(그는) 물려받기를 (바라다)

쌍수 κληρονομοῖτον

(너희 둘은) 물려받기를 (바라다)

κληρονομοίτην

(그 둘은) 물려받기를 (바라다)

복수 κληρονομοῖμεν

(우리는) 물려받기를 (바라다)

κληρονομοῖτε

(너희는) 물려받기를 (바라다)

κληρονομοῖεν

(그들은) 물려받기를 (바라다)

명령법단수 κληρονόμει

(너는) 물려받아라

κληρονομείτω

(그는) 물려받아라

쌍수 κληρονομεῖτον

(너희 둘은) 물려받아라

κληρονομείτων

(그 둘은) 물려받아라

복수 κληρονομεῖτε

(너희는) 물려받아라

κληρονομούντων, κληρονομείτωσαν

(그들은) 물려받아라

부정사 κληρονομεῖν

물려받는 것

분사 남성여성중성
κληρονομων

κληρονομουντος

κληρονομουσα

κληρονομουσης

κληρονομουν

κληρονομουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κληρονομοῦμαι

(나는) 물려받힌다

κληρονομεῖ, κληρονομῇ

(너는) 물려받힌다

κληρονομεῖται

(그는) 물려받힌다

쌍수 κληρονομεῖσθον

(너희 둘은) 물려받힌다

κληρονομεῖσθον

(그 둘은) 물려받힌다

복수 κληρονομούμεθα

(우리는) 물려받힌다

κληρονομεῖσθε

(너희는) 물려받힌다

κληρονομοῦνται

(그들은) 물려받힌다

접속법단수 κληρονομῶμαι

(나는) 물려받히자

κληρονομῇ

(너는) 물려받히자

κληρονομῆται

(그는) 물려받히자

쌍수 κληρονομῆσθον

(너희 둘은) 물려받히자

κληρονομῆσθον

(그 둘은) 물려받히자

복수 κληρονομώμεθα

(우리는) 물려받히자

κληρονομῆσθε

(너희는) 물려받히자

κληρονομῶνται

(그들은) 물려받히자

기원법단수 κληρονομοίμην

(나는) 물려받히기를 (바라다)

κληρονομοῖο

(너는) 물려받히기를 (바라다)

κληρονομοῖτο

(그는) 물려받히기를 (바라다)

쌍수 κληρονομοῖσθον

(너희 둘은) 물려받히기를 (바라다)

κληρονομοίσθην

(그 둘은) 물려받히기를 (바라다)

복수 κληρονομοίμεθα

(우리는) 물려받히기를 (바라다)

κληρονομοῖσθε

(너희는) 물려받히기를 (바라다)

κληρονομοῖντο

(그들은) 물려받히기를 (바라다)

명령법단수 κληρονομοῦ

(너는) 물려받혀라

κληρονομείσθω

(그는) 물려받혀라

쌍수 κληρονομεῖσθον

(너희 둘은) 물려받혀라

κληρονομείσθων

(그 둘은) 물려받혀라

복수 κληρονομεῖσθε

(너희는) 물려받혀라

κληρονομείσθων, κληρονομείσθωσαν

(그들은) 물려받혀라

부정사 κληρονομεῖσθαι

물려받히는 것

분사 남성여성중성
κληρονομουμενος

κληρονομουμενου

κληρονομουμενη

κληρονομουμενης

κληρονομουμενον

κληρονομουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κληρονομήσω

(나는) 물려받겠다

κληρονομήσεις

(너는) 물려받겠다

κληρονομήσει

(그는) 물려받겠다

쌍수 κληρονομήσετον

(너희 둘은) 물려받겠다

κληρονομήσετον

(그 둘은) 물려받겠다

복수 κληρονομήσομεν

(우리는) 물려받겠다

κληρονομήσετε

(너희는) 물려받겠다

κληρονομήσουσιν*

(그들은) 물려받겠다

기원법단수 κληρονομήσοιμι

(나는) 물려받겠기를 (바라다)

κληρονομήσοις

(너는) 물려받겠기를 (바라다)

κληρονομήσοι

(그는) 물려받겠기를 (바라다)

쌍수 κληρονομήσοιτον

(너희 둘은) 물려받겠기를 (바라다)

κληρονομησοίτην

(그 둘은) 물려받겠기를 (바라다)

복수 κληρονομήσοιμεν

(우리는) 물려받겠기를 (바라다)

κληρονομήσοιτε

(너희는) 물려받겠기를 (바라다)

κληρονομήσοιεν

(그들은) 물려받겠기를 (바라다)

부정사 κληρονομήσειν

물려받을 것

분사 남성여성중성
κληρονομησων

κληρονομησοντος

κληρονομησουσα

κληρονομησουσης

κληρονομησον

κληρονομησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κληρονομήσομαι

(나는) 물려받히겠다

κληρονομήσει, κληρονομήσῃ

(너는) 물려받히겠다

κληρονομήσεται

(그는) 물려받히겠다

쌍수 κληρονομήσεσθον

(너희 둘은) 물려받히겠다

κληρονομήσεσθον

(그 둘은) 물려받히겠다

복수 κληρονομησόμεθα

(우리는) 물려받히겠다

κληρονομήσεσθε

(너희는) 물려받히겠다

κληρονομήσονται

(그들은) 물려받히겠다

기원법단수 κληρονομησοίμην

(나는) 물려받히겠기를 (바라다)

κληρονομήσοιο

(너는) 물려받히겠기를 (바라다)

κληρονομήσοιτο

(그는) 물려받히겠기를 (바라다)

쌍수 κληρονομήσοισθον

(너희 둘은) 물려받히겠기를 (바라다)

κληρονομησοίσθην

(그 둘은) 물려받히겠기를 (바라다)

복수 κληρονομησοίμεθα

(우리는) 물려받히겠기를 (바라다)

κληρονομήσοισθε

(너희는) 물려받히겠기를 (바라다)

κληρονομήσοιντο

(그들은) 물려받히겠기를 (바라다)

부정사 κληρονομήσεσθαι

물려받힐 것

분사 남성여성중성
κληρονομησομενος

κληρονομησομενου

κληρονομησομενη

κληρονομησομενης

κληρονομησομενον

κληρονομησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκληρονόμουν

(나는) 물려받고 있었다

ἐκληρονόμεις

(너는) 물려받고 있었다

ἐκληρονόμειν*

(그는) 물려받고 있었다

쌍수 ἐκληρονομεῖτον

(너희 둘은) 물려받고 있었다

ἐκληρονομείτην

(그 둘은) 물려받고 있었다

복수 ἐκληρονομοῦμεν

(우리는) 물려받고 있었다

ἐκληρονομεῖτε

(너희는) 물려받고 있었다

ἐκληρονόμουν

(그들은) 물려받고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκληρονομούμην

(나는) 물려받히고 있었다

ἐκληρονομοῦ

(너는) 물려받히고 있었다

ἐκληρονομεῖτο

(그는) 물려받히고 있었다

쌍수 ἐκληρονομεῖσθον

(너희 둘은) 물려받히고 있었다

ἐκληρονομείσθην

(그 둘은) 물려받히고 있었다

복수 ἐκληρονομούμεθα

(우리는) 물려받히고 있었다

ἐκληρονομεῖσθε

(너희는) 물려받히고 있었다

ἐκληρονομοῦντο

(그들은) 물려받히고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τούτοισ μερισθήσεται ἡ γῆ κληρονομεῖν ἐξ ἀριθμοῦ ὀνομάτων. (Septuagint, Liber Numeri 26:53)

    (70인역 성경, 민수기 26:53)

  • καὶ εἶπε Κύριοσ πρόσ με. μὴ ἐχθραίνετετοῖσ Μωαβίταισ καὶ μὴ συνάψητε πρὸσ αὐτοὺσ πόλεμον. οὐ γὰρ μὴ δῶ ὑμῖν ἀπὸ τῆσ γῆσ αὐτῶν ἐν κλήρῳ, τοῖσ γὰρ υἱοῖσ Λὼτ δέδωκα τὴν Ἀροὴρ κληρονομεῖν. . (Septuagint, Liber Deuteronomii 2:9)

    (70인역 성경, 신명기 2:9)

  • νῦν οὖν ἀνάστητε καὶ ἀπάρατε καὶ παρέλθατε ὑμεῖσ τὴν φάραγγα Ἀρνῶν. ἰδοὺ παραδέδωκα εἰσ τὰσ χεῖράσ σου τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν τὸν Ἀμορραῖον καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ. ἐνάρχου κληρονομεῖν, σύναπτε πρὸσ αὐτὸν πόλεμον. (Septuagint, Liber Deuteronomii 2:17)

    (70인역 성경, 신명기 2:17)

  • ἴδετε, δέδειχα ὑμῖν δικαιώματα καὶ κρίσεισ, καθὰ ἐνετείλατό μοι Κύριοσ, ποιῆσαι οὕτωσ ἐν τῇ γῇ, εἰσ ἣν ὑμεῖσ εἰσπορεύεσθε ἐκεῖ κληρονομεῖν αὐτήν. (Septuagint, Liber Deuteronomii 4:5)

    (70인역 성경, 신명기 4:5)

  • ἐξολοθρεῦσαι ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρότερά σου πρὸ προσώπου σου, εἰσαγαγεῖν σε δοῦναί σοι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομεῖν, καθὼσ ἔχεισ σήμερον. (Septuagint, Liber Deuteronomii 4:38)

    (70인역 성경, 신명기 4:38)

유의어

  1. 물려받다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION