헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατοργανίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατοργανίζω

형태분석: κατοργανίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to sound with music through

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατοργανίζω

κατοργανίζεις

κατοργανίζει

쌍수 κατοργανίζετον

κατοργανίζετον

복수 κατοργανίζομεν

κατοργανίζετε

κατοργανίζουσιν*

접속법단수 κατοργανίζω

κατοργανίζῃς

κατοργανίζῃ

쌍수 κατοργανίζητον

κατοργανίζητον

복수 κατοργανίζωμεν

κατοργανίζητε

κατοργανίζωσιν*

기원법단수 κατοργανίζοιμι

κατοργανίζοις

κατοργανίζοι

쌍수 κατοργανίζοιτον

κατοργανιζοίτην

복수 κατοργανίζοιμεν

κατοργανίζοιτε

κατοργανίζοιεν

명령법단수 κατοργάνιζε

κατοργανιζέτω

쌍수 κατοργανίζετον

κατοργανιζέτων

복수 κατοργανίζετε

κατοργανιζόντων, κατοργανιζέτωσαν

부정사 κατοργανίζειν

분사 남성여성중성
κατοργανιζων

κατοργανιζοντος

κατοργανιζουσα

κατοργανιζουσης

κατοργανιζον

κατοργανιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατοργανίζομαι

κατοργανίζει, κατοργανίζῃ

κατοργανίζεται

쌍수 κατοργανίζεσθον

κατοργανίζεσθον

복수 κατοργανιζόμεθα

κατοργανίζεσθε

κατοργανίζονται

접속법단수 κατοργανίζωμαι

κατοργανίζῃ

κατοργανίζηται

쌍수 κατοργανίζησθον

κατοργανίζησθον

복수 κατοργανιζώμεθα

κατοργανίζησθε

κατοργανίζωνται

기원법단수 κατοργανιζοίμην

κατοργανίζοιο

κατοργανίζοιτο

쌍수 κατοργανίζοισθον

κατοργανιζοίσθην

복수 κατοργανιζοίμεθα

κατοργανίζοισθε

κατοργανίζοιντο

명령법단수 κατοργανίζου

κατοργανιζέσθω

쌍수 κατοργανίζεσθον

κατοργανιζέσθων

복수 κατοργανίζεσθε

κατοργανιζέσθων, κατοργανιζέσθωσαν

부정사 κατοργανίζεσθαι

분사 남성여성중성
κατοργανιζομενος

κατοργανιζομενου

κατοργανιζομενη

κατοργανιζομενης

κατοργανιζομενον

κατοργανιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION