Ancient Greek-English Dictionary Language

καρυκοποιέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: καρυκοποιέω καρυκοποιήσω

Structure: καρυκοποιέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to make a karu/kh or rich sauce

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καρυκοποίω καρυκοποίεις καρυκοποίει
Dual καρυκοποίειτον καρυκοποίειτον
Plural καρυκοποίουμεν καρυκοποίειτε καρυκοποίουσιν*
SubjunctiveSingular καρυκοποίω καρυκοποίῃς καρυκοποίῃ
Dual καρυκοποίητον καρυκοποίητον
Plural καρυκοποίωμεν καρυκοποίητε καρυκοποίωσιν*
OptativeSingular καρυκοποίοιμι καρυκοποίοις καρυκοποίοι
Dual καρυκοποίοιτον καρυκοποιοίτην
Plural καρυκοποίοιμεν καρυκοποίοιτε καρυκοποίοιεν
ImperativeSingular καρυκοποῖει καρυκοποιεῖτω
Dual καρυκοποίειτον καρυκοποιεῖτων
Plural καρυκοποίειτε καρυκοποιοῦντων, καρυκοποιεῖτωσαν
Infinitive καρυκοποίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καρυκοποιων καρυκοποιουντος καρυκοποιουσα καρυκοποιουσης καρυκοποιουν καρυκοποιουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καρυκοποίουμαι καρυκοποίει, καρυκοποίῃ καρυκοποίειται
Dual καρυκοποίεισθον καρυκοποίεισθον
Plural καρυκοποιοῦμεθα καρυκοποίεισθε καρυκοποίουνται
SubjunctiveSingular καρυκοποίωμαι καρυκοποίῃ καρυκοποίηται
Dual καρυκοποίησθον καρυκοποίησθον
Plural καρυκοποιώμεθα καρυκοποίησθε καρυκοποίωνται
OptativeSingular καρυκοποιοίμην καρυκοποίοιο καρυκοποίοιτο
Dual καρυκοποίοισθον καρυκοποιοίσθην
Plural καρυκοποιοίμεθα καρυκοποίοισθε καρυκοποίοιντο
ImperativeSingular καρυκοποίου καρυκοποιεῖσθω
Dual καρυκοποίεισθον καρυκοποιεῖσθων
Plural καρυκοποίεισθε καρυκοποιεῖσθων, καρυκοποιεῖσθωσαν
Infinitive καρυκοποίεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καρυκοποιουμενος καρυκοποιουμενου καρυκοποιουμενη καρυκοποιουμενης καρυκοποιουμενον καρυκοποιουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καρυκοποιήσω καρυκοποιήσεις καρυκοποιήσει
Dual καρυκοποιήσετον καρυκοποιήσετον
Plural καρυκοποιήσομεν καρυκοποιήσετε καρυκοποιήσουσιν*
OptativeSingular καρυκοποιήσοιμι καρυκοποιήσοις καρυκοποιήσοι
Dual καρυκοποιήσοιτον καρυκοποιησοίτην
Plural καρυκοποιήσοιμεν καρυκοποιήσοιτε καρυκοποιήσοιεν
Infinitive καρυκοποιήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καρυκοποιησων καρυκοποιησοντος καρυκοποιησουσα καρυκοποιησουσης καρυκοποιησον καρυκοποιησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καρυκοποιήσομαι καρυκοποιήσει, καρυκοποιήσῃ καρυκοποιήσεται
Dual καρυκοποιήσεσθον καρυκοποιήσεσθον
Plural καρυκοποιησόμεθα καρυκοποιήσεσθε καρυκοποιήσονται
OptativeSingular καρυκοποιησοίμην καρυκοποιήσοιο καρυκοποιήσοιτο
Dual καρυκοποιήσοισθον καρυκοποιησοίσθην
Plural καρυκοποιησοίμεθα καρυκοποιήσοισθε καρυκοποιήσοιντο
Infinitive καρυκοποιήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καρυκοποιησομενος καρυκοποιησομενου καρυκοποιησομενη καρυκοποιησομενης καρυκοποιησομενον καρυκοποιησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ὁτιὴ λέγειν οἱο͂́σ τε κἀγὼ καὶ καρυκοποιεῖν. (Aristotle, Agon, epirrheme14)

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION