헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καρκαίρω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καρκαίρω

형태분석: καρκαίρ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 흔들리다, 흔들다
  1. to quake

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καρκαίρω

(나는) 흔들린다

καρκαίρεις

(너는) 흔들린다

καρκαίρει

(그는) 흔들린다

쌍수 καρκαίρετον

(너희 둘은) 흔들린다

καρκαίρετον

(그 둘은) 흔들린다

복수 καρκαίρομεν

(우리는) 흔들린다

καρκαίρετε

(너희는) 흔들린다

καρκαίρουσιν*

(그들은) 흔들린다

접속법단수 καρκαίρω

(나는) 흔들리자

καρκαίρῃς

(너는) 흔들리자

καρκαίρῃ

(그는) 흔들리자

쌍수 καρκαίρητον

(너희 둘은) 흔들리자

καρκαίρητον

(그 둘은) 흔들리자

복수 καρκαίρωμεν

(우리는) 흔들리자

καρκαίρητε

(너희는) 흔들리자

καρκαίρωσιν*

(그들은) 흔들리자

기원법단수 καρκαίροιμι

(나는) 흔들리기를 (바라다)

καρκαίροις

(너는) 흔들리기를 (바라다)

καρκαίροι

(그는) 흔들리기를 (바라다)

쌍수 καρκαίροιτον

(너희 둘은) 흔들리기를 (바라다)

καρκαιροίτην

(그 둘은) 흔들리기를 (바라다)

복수 καρκαίροιμεν

(우리는) 흔들리기를 (바라다)

καρκαίροιτε

(너희는) 흔들리기를 (바라다)

καρκαίροιεν

(그들은) 흔들리기를 (바라다)

명령법단수 κάρκαιρε

(너는) 흔들려라

καρκαιρέτω

(그는) 흔들려라

쌍수 καρκαίρετον

(너희 둘은) 흔들려라

καρκαιρέτων

(그 둘은) 흔들려라

복수 καρκαίρετε

(너희는) 흔들려라

καρκαιρόντων, καρκαιρέτωσαν

(그들은) 흔들려라

부정사 καρκαίρειν

흔들리는 것

분사 남성여성중성
καρκαιρων

καρκαιροντος

καρκαιρουσα

καρκαιρουσης

καρκαιρον

καρκαιροντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καρκαίρομαι

(나는) 흔들려진다

καρκαίρει, καρκαίρῃ

(너는) 흔들려진다

καρκαίρεται

(그는) 흔들려진다

쌍수 καρκαίρεσθον

(너희 둘은) 흔들려진다

καρκαίρεσθον

(그 둘은) 흔들려진다

복수 καρκαιρόμεθα

(우리는) 흔들려진다

καρκαίρεσθε

(너희는) 흔들려진다

καρκαίρονται

(그들은) 흔들려진다

접속법단수 καρκαίρωμαι

(나는) 흔들려지자

καρκαίρῃ

(너는) 흔들려지자

καρκαίρηται

(그는) 흔들려지자

쌍수 καρκαίρησθον

(너희 둘은) 흔들려지자

καρκαίρησθον

(그 둘은) 흔들려지자

복수 καρκαιρώμεθα

(우리는) 흔들려지자

καρκαίρησθε

(너희는) 흔들려지자

καρκαίρωνται

(그들은) 흔들려지자

기원법단수 καρκαιροίμην

(나는) 흔들려지기를 (바라다)

καρκαίροιο

(너는) 흔들려지기를 (바라다)

καρκαίροιτο

(그는) 흔들려지기를 (바라다)

쌍수 καρκαίροισθον

(너희 둘은) 흔들려지기를 (바라다)

καρκαιροίσθην

(그 둘은) 흔들려지기를 (바라다)

복수 καρκαιροίμεθα

(우리는) 흔들려지기를 (바라다)

καρκαίροισθε

(너희는) 흔들려지기를 (바라다)

καρκαίροιντο

(그들은) 흔들려지기를 (바라다)

명령법단수 καρκαίρου

(너는) 흔들려져라

καρκαιρέσθω

(그는) 흔들려져라

쌍수 καρκαίρεσθον

(너희 둘은) 흔들려져라

καρκαιρέσθων

(그 둘은) 흔들려져라

복수 καρκαίρεσθε

(너희는) 흔들려져라

καρκαιρέσθων, καρκαιρέσθωσαν

(그들은) 흔들려져라

부정사 καρκαίρεσθαι

흔들려지는 것

분사 남성여성중성
καρκαιρομενος

καρκαιρομενου

καρκαιρομενη

καρκαιρομενης

καρκαιρομενον

καρκαιρομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκάρκαιρον

(나는) 흔들리고 있었다

ἐκάρκαιρες

(너는) 흔들리고 있었다

ἐκάρκαιρεν*

(그는) 흔들리고 있었다

쌍수 ἐκαρκαίρετον

(너희 둘은) 흔들리고 있었다

ἐκαρκαιρέτην

(그 둘은) 흔들리고 있었다

복수 ἐκαρκαίρομεν

(우리는) 흔들리고 있었다

ἐκαρκαίρετε

(너희는) 흔들리고 있었다

ἐκάρκαιρον

(그들은) 흔들리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαρκαιρόμην

(나는) 흔들려지고 있었다

ἐκαρκαίρου

(너는) 흔들려지고 있었다

ἐκαρκαίρετο

(그는) 흔들려지고 있었다

쌍수 ἐκαρκαίρεσθον

(너희 둘은) 흔들려지고 있었다

ἐκαρκαιρέσθην

(그 둘은) 흔들려지고 있었다

복수 ἐκαρκαιρόμεθα

(우리는) 흔들려지고 있었다

ἐκαρκαίρεσθε

(너희는) 흔들려지고 있었다

ἐκαρκαίροντο

(그들은) 흔들려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION