Ancient Greek-English Dictionary

γραμμικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: γραμμικός

Structure: γραμμικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. geometrical, (figuratively, of a proof) rigorous

Examples

  • τὴν γὰρ ἀγαπωμένην ταύτην καὶ περιβόητον ὀργανικὴν ἤρξαντο μὲν κινεῖν οἱ περὶ Εὔδοξον καὶ Ἀρχύταν, ποικίλλοντεσ τῷ γλαφυρῷ γεωμετρίαν, καὶ λογικῆσ καὶ γραμμικῆσ ἀποδείξεωσ οὐκ εὐποροῦντα προβλήματα δι’ αἰσθητῶν καὶ ὀργανικῶν παραδειγμάτων ὑπερείδοντεσ, ὡσ τὸ περὶ δύο μέσασ ἀνὰ λόγον πρόβλημα καὶ στοιχεῖον ἐπὶ πολ λὰ τῶν γραφομένων ἀναγκαῖον εἰσ ὀργανικὰσ ἐξῆγον ἀμφότεροι κατασκευάσ, μεσογράφουσ τινὰσ ἀπὸ καμπύλων γραμμῶν καὶ τμημάτων μεθαρμόζοντεσ· (Plutarch, Marcellus, chapter 14 5:1)
  • οὗτοσ προήγαγεν ἐπὶ πλεῖστον, ἅ φησι Καλλίμαχοσ ἐν τοῖσ Ιἄμβοισ Εὔφορβον εὑρεῖν τὸν Φρύγα, οἱο͂ν "σκαληνὰ καὶ τρίγωνα" καὶ ὅσα γραμμικῆσ ἔχεται θεωρίασ. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, , Kef. a'. QALHS 4:2)

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION