Ancient Greek-English Dictionary Language

γεωπονέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: γεωπονέω

Structure: γεωπονέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from gewpo/nos

Sense

  1. to till the ground

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γεωπονῶ γεωπονεῖς γεωπονεῖ
Dual γεωπονεῖτον γεωπονεῖτον
Plural γεωπονοῦμεν γεωπονεῖτε γεωπονοῦσιν*
SubjunctiveSingular γεωπονῶ γεωπονῇς γεωπονῇ
Dual γεωπονῆτον γεωπονῆτον
Plural γεωπονῶμεν γεωπονῆτε γεωπονῶσιν*
OptativeSingular γεωπονοῖμι γεωπονοῖς γεωπονοῖ
Dual γεωπονοῖτον γεωπονοίτην
Plural γεωπονοῖμεν γεωπονοῖτε γεωπονοῖεν
ImperativeSingular γεωπόνει γεωπονείτω
Dual γεωπονεῖτον γεωπονείτων
Plural γεωπονεῖτε γεωπονούντων, γεωπονείτωσαν
Infinitive γεωπονεῖν
Participle MasculineFeminineNeuter
γεωπονων γεωπονουντος γεωπονουσα γεωπονουσης γεωπονουν γεωπονουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular γεωπονοῦμαι γεωπονεῖ, γεωπονῇ γεωπονεῖται
Dual γεωπονεῖσθον γεωπονεῖσθον
Plural γεωπονούμεθα γεωπονεῖσθε γεωπονοῦνται
SubjunctiveSingular γεωπονῶμαι γεωπονῇ γεωπονῆται
Dual γεωπονῆσθον γεωπονῆσθον
Plural γεωπονώμεθα γεωπονῆσθε γεωπονῶνται
OptativeSingular γεωπονοίμην γεωπονοῖο γεωπονοῖτο
Dual γεωπονοῖσθον γεωπονοίσθην
Plural γεωπονοίμεθα γεωπονοῖσθε γεωπονοῖντο
ImperativeSingular γεωπονοῦ γεωπονείσθω
Dual γεωπονεῖσθον γεωπονείσθων
Plural γεωπονεῖσθε γεωπονείσθων, γεωπονείσθωσαν
Infinitive γεωπονεῖσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
γεωπονουμενος γεωπονουμενου γεωπονουμενη γεωπονουμενης γεωπονουμενον γεωπονουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION