헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐνσκίμπτω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐνσκίμπτω

형태분석: ἐν (접두사) + ἐνσκίμπτ (어간) + ω (인칭어미)

어원: epic form of e)nskh/ptw

  1. to let fall upon, hanging their heads in grief, to stick in

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνενσκίμπτω

ἐνενσκίμπτεις

ἐνενσκίμπτει

쌍수 ἐνενσκίμπτετον

ἐνενσκίμπτετον

복수 ἐνενσκίμπτομεν

ἐνενσκίμπτετε

ἐνενσκίμπτουσιν*

접속법단수 ἐνενσκίμπτω

ἐνενσκίμπτῃς

ἐνενσκίμπτῃ

쌍수 ἐνενσκίμπτητον

ἐνενσκίμπτητον

복수 ἐνενσκίμπτωμεν

ἐνενσκίμπτητε

ἐνενσκίμπτωσιν*

기원법단수 ἐνενσκίμπτοιμι

ἐνενσκίμπτοις

ἐνενσκίμπτοι

쌍수 ἐνενσκίμπτοιτον

ἐνενσκιμπτοίτην

복수 ἐνενσκίμπτοιμεν

ἐνενσκίμπτοιτε

ἐνενσκίμπτοιεν

명령법단수 ἐνένσκιμπτε

ἐνενσκιμπτέτω

쌍수 ἐνενσκίμπτετον

ἐνενσκιμπτέτων

복수 ἐνενσκίμπτετε

ἐνενσκιμπτόντων, ἐνενσκιμπτέτωσαν

부정사 ἐνενσκίμπτειν

분사 남성여성중성
ἐνενσκιμπτων

ἐνενσκιμπτοντος

ἐνενσκιμπτουσα

ἐνενσκιμπτουσης

ἐνενσκιμπτον

ἐνενσκιμπτοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνενσκίμπτομαι

ἐνενσκίμπτει, ἐνενσκίμπτῃ

ἐνενσκίμπτεται

쌍수 ἐνενσκίμπτεσθον

ἐνενσκίμπτεσθον

복수 ἐνενσκιμπτόμεθα

ἐνενσκίμπτεσθε

ἐνενσκίμπτονται

접속법단수 ἐνενσκίμπτωμαι

ἐνενσκίμπτῃ

ἐνενσκίμπτηται

쌍수 ἐνενσκίμπτησθον

ἐνενσκίμπτησθον

복수 ἐνενσκιμπτώμεθα

ἐνενσκίμπτησθε

ἐνενσκίμπτωνται

기원법단수 ἐνενσκιμπτοίμην

ἐνενσκίμπτοιο

ἐνενσκίμπτοιτο

쌍수 ἐνενσκίμπτοισθον

ἐνενσκιμπτοίσθην

복수 ἐνενσκιμπτοίμεθα

ἐνενσκίμπτοισθε

ἐνενσκίμπτοιντο

명령법단수 ἐνενσκίμπτου

ἐνενσκιμπτέσθω

쌍수 ἐνενσκίμπτεσθον

ἐνενσκιμπτέσθων

복수 ἐνενσκίμπτεσθε

ἐνενσκιμπτέσθων, ἐνενσκιμπτέσθωσαν

부정사 ἐνενσκίμπτεσθαι

분사 남성여성중성
ἐνενσκιμπτομενος

ἐνενσκιμπτομενου

ἐνενσκιμπτομενη

ἐνενσκιμπτομενης

ἐνενσκιμπτομενον

ἐνενσκιμπτομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION