헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐμπολιτεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐμπολιτεύω ἐμπολιτεύσω

형태분석: ἐμπολιτεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: e)n

  1. to be one of a state, to be a citizen, hold civil rights

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπολιτεύω

ἐμπολιτεύεις

ἐμπολιτεύει

쌍수 ἐμπολιτεύετον

ἐμπολιτεύετον

복수 ἐμπολιτεύομεν

ἐμπολιτεύετε

ἐμπολιτεύουσιν*

접속법단수 ἐμπολιτεύω

ἐμπολιτεύῃς

ἐμπολιτεύῃ

쌍수 ἐμπολιτεύητον

ἐμπολιτεύητον

복수 ἐμπολιτεύωμεν

ἐμπολιτεύητε

ἐμπολιτεύωσιν*

기원법단수 ἐμπολιτεύοιμι

ἐμπολιτεύοις

ἐμπολιτεύοι

쌍수 ἐμπολιτεύοιτον

ἐμπολιτευοίτην

복수 ἐμπολιτεύοιμεν

ἐμπολιτεύοιτε

ἐμπολιτεύοιεν

명령법단수 ἐμπολίτευε

ἐμπολιτευέτω

쌍수 ἐμπολιτεύετον

ἐμπολιτευέτων

복수 ἐμπολιτεύετε

ἐμπολιτευόντων, ἐμπολιτευέτωσαν

부정사 ἐμπολιτεύειν

분사 남성여성중성
ἐμπολιτευων

ἐμπολιτευοντος

ἐμπολιτευουσα

ἐμπολιτευουσης

ἐμπολιτευον

ἐμπολιτευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπολιτεύομαι

ἐμπολιτεύει, ἐμπολιτεύῃ

ἐμπολιτεύεται

쌍수 ἐμπολιτεύεσθον

ἐμπολιτεύεσθον

복수 ἐμπολιτευόμεθα

ἐμπολιτεύεσθε

ἐμπολιτεύονται

접속법단수 ἐμπολιτεύωμαι

ἐμπολιτεύῃ

ἐμπολιτεύηται

쌍수 ἐμπολιτεύησθον

ἐμπολιτεύησθον

복수 ἐμπολιτευώμεθα

ἐμπολιτεύησθε

ἐμπολιτεύωνται

기원법단수 ἐμπολιτευοίμην

ἐμπολιτεύοιο

ἐμπολιτεύοιτο

쌍수 ἐμπολιτεύοισθον

ἐμπολιτευοίσθην

복수 ἐμπολιτευοίμεθα

ἐμπολιτεύοισθε

ἐμπολιτεύοιντο

명령법단수 ἐμπολιτεύου

ἐμπολιτευέσθω

쌍수 ἐμπολιτεύεσθον

ἐμπολιτευέσθων

복수 ἐμπολιτεύεσθε

ἐμπολιτευέσθων, ἐμπολιτευέσθωσαν

부정사 ἐμπολιτεύεσθαι

분사 남성여성중성
ἐμπολιτευομενος

ἐμπολιτευομενου

ἐμπολιτευομενη

ἐμπολιτευομενης

ἐμπολιτευομενον

ἐμπολιτευομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπολιτεύσω

ἐμπολιτεύσεις

ἐμπολιτεύσει

쌍수 ἐμπολιτεύσετον

ἐμπολιτεύσετον

복수 ἐμπολιτεύσομεν

ἐμπολιτεύσετε

ἐμπολιτεύσουσιν*

기원법단수 ἐμπολιτεύσοιμι

ἐμπολιτεύσοις

ἐμπολιτεύσοι

쌍수 ἐμπολιτεύσοιτον

ἐμπολιτευσοίτην

복수 ἐμπολιτεύσοιμεν

ἐμπολιτεύσοιτε

ἐμπολιτεύσοιεν

부정사 ἐμπολιτεύσειν

분사 남성여성중성
ἐμπολιτευσων

ἐμπολιτευσοντος

ἐμπολιτευσουσα

ἐμπολιτευσουσης

ἐμπολιτευσον

ἐμπολιτευσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμπολιτεύσομαι

ἐμπολιτεύσει, ἐμπολιτεύσῃ

ἐμπολιτεύσεται

쌍수 ἐμπολιτεύσεσθον

ἐμπολιτεύσεσθον

복수 ἐμπολιτευσόμεθα

ἐμπολιτεύσεσθε

ἐμπολιτεύσονται

기원법단수 ἐμπολιτευσοίμην

ἐμπολιτεύσοιο

ἐμπολιτεύσοιτο

쌍수 ἐμπολιτεύσοισθον

ἐμπολιτευσοίσθην

복수 ἐμπολιτευσοίμεθα

ἐμπολιτεύσοισθε

ἐμπολιτεύσοιντο

부정사 ἐμπολιτεύσεσθαι

분사 남성여성중성
ἐμπολιτευσομενος

ἐμπολιτευσομενου

ἐμπολιτευσομενη

ἐμπολιτευσομενης

ἐμπολιτευσομενον

ἐμπολιτευσομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION