Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐκπολέμωσις

Third declension Noun; Feminine Transliteration:

Principal Part: ἐκπολέμωσις ἐκπολέμωσεως

Structure: ἐκπολεμωσι (Stem) + ς (Ending)

Etym.: from e)kpolemo/w

Sense

  1. a making hostile

Examples

  • συνέλαβε καὶ κατέδησεν, ἡγούμενοσ ὁ Περσεὺσ οὐδὲν ἔτι δεῖσθαι τῶν χρημάτων τὴν ἐκπολέμωσιν, ἄλυτα τοῦ Γενθίου προδεδωκότοσ ἔχθρασ ἐνέχυρα καὶ διὰ τηλικαύτησ ἀδικίασ ἐμβεβληκότοσ ἑαυτὸν εἰσ τὸν πόλεμον, ἀπεστέρησε τὸν κακοδαίμονα τῶν τριακοσίων ταλάντων, καὶ περιεῖδεν ὀλίγῳ χρόνῳ μετὰ τέκνων καὶ γυναικὸσ ὡσ ἀπὸ νεοττιᾶσ ἀρθέντα τῆσ βασιλείασ ὑπὸ Λευκίου Ἀνικίου στρατηγοῦ πεμφθέντοσ ἐπ’ αὐτὸν μετὰ δυνάμεωσ. (Plutarch, Aemilius Paulus, chapter 13 2:1)

Synonyms

  1. a making hostile

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION