헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκπερδικίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκπερδικίζω ἐκπερδικίσω

형태분석: ἐκπερδικίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: pe/rdic

  1. to escape like a partridge

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκπερδικίζω

ἐκπερδικίζεις

ἐκπερδικίζει

쌍수 ἐκπερδικίζετον

ἐκπερδικίζετον

복수 ἐκπερδικίζομεν

ἐκπερδικίζετε

ἐκπερδικίζουσιν*

접속법단수 ἐκπερδικίζω

ἐκπερδικίζῃς

ἐκπερδικίζῃ

쌍수 ἐκπερδικίζητον

ἐκπερδικίζητον

복수 ἐκπερδικίζωμεν

ἐκπερδικίζητε

ἐκπερδικίζωσιν*

기원법단수 ἐκπερδικίζοιμι

ἐκπερδικίζοις

ἐκπερδικίζοι

쌍수 ἐκπερδικίζοιτον

ἐκπερδικιζοίτην

복수 ἐκπερδικίζοιμεν

ἐκπερδικίζοιτε

ἐκπερδικίζοιεν

명령법단수 ἐκπερδίκιζε

ἐκπερδικιζέτω

쌍수 ἐκπερδικίζετον

ἐκπερδικιζέτων

복수 ἐκπερδικίζετε

ἐκπερδικιζόντων, ἐκπερδικιζέτωσαν

부정사 ἐκπερδικίζειν

분사 남성여성중성
ἐκπερδικιζων

ἐκπερδικιζοντος

ἐκπερδικιζουσα

ἐκπερδικιζουσης

ἐκπερδικιζον

ἐκπερδικιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκπερδικίζομαι

ἐκπερδικίζει, ἐκπερδικίζῃ

ἐκπερδικίζεται

쌍수 ἐκπερδικίζεσθον

ἐκπερδικίζεσθον

복수 ἐκπερδικιζόμεθα

ἐκπερδικίζεσθε

ἐκπερδικίζονται

접속법단수 ἐκπερδικίζωμαι

ἐκπερδικίζῃ

ἐκπερδικίζηται

쌍수 ἐκπερδικίζησθον

ἐκπερδικίζησθον

복수 ἐκπερδικιζώμεθα

ἐκπερδικίζησθε

ἐκπερδικίζωνται

기원법단수 ἐκπερδικιζοίμην

ἐκπερδικίζοιο

ἐκπερδικίζοιτο

쌍수 ἐκπερδικίζοισθον

ἐκπερδικιζοίσθην

복수 ἐκπερδικιζοίμεθα

ἐκπερδικίζοισθε

ἐκπερδικίζοιντο

명령법단수 ἐκπερδικίζου

ἐκπερδικιζέσθω

쌍수 ἐκπερδικίζεσθον

ἐκπερδικιζέσθων

복수 ἐκπερδικίζεσθε

ἐκπερδικιζέσθων, ἐκπερδικιζέσθωσαν

부정사 ἐκπερδικίζεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκπερδικιζομενος

ἐκπερδικιζομενου

ἐκπερδικιζομενη

ἐκπερδικιζομενης

ἐκπερδικιζομενον

ἐκπερδικιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκπερδικίσω

ἐκπερδικίσεις

ἐκπερδικίσει

쌍수 ἐκπερδικίσετον

ἐκπερδικίσετον

복수 ἐκπερδικίσομεν

ἐκπερδικίσετε

ἐκπερδικίσουσιν*

기원법단수 ἐκπερδικίσοιμι

ἐκπερδικίσοις

ἐκπερδικίσοι

쌍수 ἐκπερδικίσοιτον

ἐκπερδικισοίτην

복수 ἐκπερδικίσοιμεν

ἐκπερδικίσοιτε

ἐκπερδικίσοιεν

부정사 ἐκπερδικίσειν

분사 남성여성중성
ἐκπερδικισων

ἐκπερδικισοντος

ἐκπερδικισουσα

ἐκπερδικισουσης

ἐκπερδικισον

ἐκπερδικισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκπερδικίσομαι

ἐκπερδικίσει, ἐκπερδικίσῃ

ἐκπερδικίσεται

쌍수 ἐκπερδικίσεσθον

ἐκπερδικίσεσθον

복수 ἐκπερδικισόμεθα

ἐκπερδικίσεσθε

ἐκπερδικίσονται

기원법단수 ἐκπερδικισοίμην

ἐκπερδικίσοιο

ἐκπερδικίσοιτο

쌍수 ἐκπερδικίσοισθον

ἐκπερδικισοίσθην

복수 ἐκπερδικισοίμεθα

ἐκπερδικίσοισθε

ἐκπερδικίσοιντο

부정사 ἐκπερδικίσεσθαι

분사 남성여성중성
ἐκπερδικισομενος

ἐκπερδικισομενου

ἐκπερδικισομενη

ἐκπερδικισομενης

ἐκπερδικισομενον

ἐκπερδικισομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION