헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐκκλησιαστικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐκκλησιαστικός ἐκκλησιαστική ἐκκλησιαστικόν

형태분석: ἐκκλησιαστικ (어간) + ος (어미)

  1. of or for the, the public pay received by each citizen who sat in the

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ἐκκλησιαστικός

(이)가

ἐκκλησιαστική

(이)가

ἐκκλησιαστικόν

(것)가

속격 ἐκκλησιαστικοῦ

(이)의

ἐκκλησιαστικῆς

(이)의

ἐκκλησιαστικοῦ

(것)의

여격 ἐκκλησιαστικῷ

(이)에게

ἐκκλησιαστικῇ

(이)에게

ἐκκλησιαστικῷ

(것)에게

대격 ἐκκλησιαστικόν

(이)를

ἐκκλησιαστικήν

(이)를

ἐκκλησιαστικόν

(것)를

호격 ἐκκλησιαστικέ

(이)야

ἐκκλησιαστική

(이)야

ἐκκλησιαστικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ἐκκλησιαστικώ

(이)들이

ἐκκλησιαστικᾱ́

(이)들이

ἐκκλησιαστικώ

(것)들이

속/여 ἐκκλησιαστικοῖν

(이)들의

ἐκκλησιαστικαῖν

(이)들의

ἐκκλησιαστικοῖν

(것)들의

복수주격 ἐκκλησιαστικοί

(이)들이

ἐκκλησιαστικαί

(이)들이

ἐκκλησιαστικά

(것)들이

속격 ἐκκλησιαστικῶν

(이)들의

ἐκκλησιαστικῶν

(이)들의

ἐκκλησιαστικῶν

(것)들의

여격 ἐκκλησιαστικοῖς

(이)들에게

ἐκκλησιαστικαῖς

(이)들에게

ἐκκλησιαστικοῖς

(것)들에게

대격 ἐκκλησιαστικούς

(이)들을

ἐκκλησιαστικᾱ́ς

(이)들을

ἐκκλησιαστικά

(것)들을

호격 ἐκκλησιαστικοί

(이)들아

ἐκκλησιαστικαί

(이)들아

ἐκκλησιαστικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ πρῶτον μὲν ἐλθὼν οἱο͂σ ἦν εἰσ τὸν Ὀτρυνέων πίνακα τὸν ἐκκλησιαστικὸν ἐγγράφειν αὑτὸν Ἐλευσίνιοσ ὤν, καὶ τοῦτο διῳκεῖτο, ἔπειτα, πρὶν ἐγγραφῆναι καὶ ἐν τῷ ληξιαρχικῷ γραμματείῳ τῷ τῶν Ὀτρυνέων, μετέχειν τῶν κοινῶν, τηλικαύτην παρανομίαν προαιρούμενοσ παρανομεῖν ἕνεκα πλεονεξίασ. (Demosthenes, Speeches 41-50, 42:2)

    (데모스테네스, Speeches 41-50, 42:2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION