헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐγκρυφιάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐγκρυφιάζω

형태분석: ἐγκρυφιάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: kru/fios

  1. to keep oneself hidden, act underhand

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκρυφιάζω

ἐγκρυφιάζεις

ἐγκρυφιάζει

쌍수 ἐγκρυφιάζετον

ἐγκρυφιάζετον

복수 ἐγκρυφιάζομεν

ἐγκρυφιάζετε

ἐγκρυφιάζουσιν*

접속법단수 ἐγκρυφιάζω

ἐγκρυφιάζῃς

ἐγκρυφιάζῃ

쌍수 ἐγκρυφιάζητον

ἐγκρυφιάζητον

복수 ἐγκρυφιάζωμεν

ἐγκρυφιάζητε

ἐγκρυφιάζωσιν*

기원법단수 ἐγκρυφιάζοιμι

ἐγκρυφιάζοις

ἐγκρυφιάζοι

쌍수 ἐγκρυφιάζοιτον

ἐγκρυφιαζοίτην

복수 ἐγκρυφιάζοιμεν

ἐγκρυφιάζοιτε

ἐγκρυφιάζοιεν

명령법단수 ἐγκρυφίαζε

ἐγκρυφιαζέτω

쌍수 ἐγκρυφιάζετον

ἐγκρυφιαζέτων

복수 ἐγκρυφιάζετε

ἐγκρυφιαζόντων, ἐγκρυφιαζέτωσαν

부정사 ἐγκρυφιάζειν

분사 남성여성중성
ἐγκρυφιαζων

ἐγκρυφιαζοντος

ἐγκρυφιαζουσα

ἐγκρυφιαζουσης

ἐγκρυφιαζον

ἐγκρυφιαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκρυφιάζομαι

ἐγκρυφιάζει, ἐγκρυφιάζῃ

ἐγκρυφιάζεται

쌍수 ἐγκρυφιάζεσθον

ἐγκρυφιάζεσθον

복수 ἐγκρυφιαζόμεθα

ἐγκρυφιάζεσθε

ἐγκρυφιάζονται

접속법단수 ἐγκρυφιάζωμαι

ἐγκρυφιάζῃ

ἐγκρυφιάζηται

쌍수 ἐγκρυφιάζησθον

ἐγκρυφιάζησθον

복수 ἐγκρυφιαζώμεθα

ἐγκρυφιάζησθε

ἐγκρυφιάζωνται

기원법단수 ἐγκρυφιαζοίμην

ἐγκρυφιάζοιο

ἐγκρυφιάζοιτο

쌍수 ἐγκρυφιάζοισθον

ἐγκρυφιαζοίσθην

복수 ἐγκρυφιαζοίμεθα

ἐγκρυφιάζοισθε

ἐγκρυφιάζοιντο

명령법단수 ἐγκρυφιάζου

ἐγκρυφιαζέσθω

쌍수 ἐγκρυφιάζεσθον

ἐγκρυφιαζέσθων

복수 ἐγκρυφιάζεσθε

ἐγκρυφιαζέσθων, ἐγκρυφιαζέσθωσαν

부정사 ἐγκρυφιάζεσθαι

분사 남성여성중성
ἐγκρυφιαζομενος

ἐγκρυφιαζομενου

ἐγκρυφιαζομενη

ἐγκρυφιαζομενης

ἐγκρυφιαζομενον

ἐγκρυφιαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πολλοῦ δὲ πολύν με χρόνον καὶ νῦν ἐλελήθησ ἐγκρυφιάζων. (Aristotle, Agon, Epirrheme 1:19)

    (아리스토텔레스, Agon, Epirrheme 1:19)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION