헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐγκατακρούω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐγκατακρούω ἐγκατακρούσω

형태분석: ἐγκατακρού (어간) + ω (인칭어미)

  1. 밟다, 사이에서 빛을 내다, 안에 놓다, 반짝거리다
  1. to hammer in, to tread, among

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκατακρούω

(나는) 밟는다

ἐγκατακρούεις

(너는) 밟는다

ἐγκατακρούει

(그는) 밟는다

쌍수 ἐγκατακρούετον

(너희 둘은) 밟는다

ἐγκατακρούετον

(그 둘은) 밟는다

복수 ἐγκατακρούομεν

(우리는) 밟는다

ἐγκατακρούετε

(너희는) 밟는다

ἐγκατακρούουσιν*

(그들은) 밟는다

접속법단수 ἐγκατακρούω

(나는) 밟자

ἐγκατακρούῃς

(너는) 밟자

ἐγκατακρούῃ

(그는) 밟자

쌍수 ἐγκατακρούητον

(너희 둘은) 밟자

ἐγκατακρούητον

(그 둘은) 밟자

복수 ἐγκατακρούωμεν

(우리는) 밟자

ἐγκατακρούητε

(너희는) 밟자

ἐγκατακρούωσιν*

(그들은) 밟자

기원법단수 ἐγκατακρούοιμι

(나는) 밟기를 (바라다)

ἐγκατακρούοις

(너는) 밟기를 (바라다)

ἐγκατακρούοι

(그는) 밟기를 (바라다)

쌍수 ἐγκατακρούοιτον

(너희 둘은) 밟기를 (바라다)

ἐγκατακρουοίτην

(그 둘은) 밟기를 (바라다)

복수 ἐγκατακρούοιμεν

(우리는) 밟기를 (바라다)

ἐγκατακρούοιτε

(너희는) 밟기를 (바라다)

ἐγκατακρούοιεν

(그들은) 밟기를 (바라다)

명령법단수 ἐγκατάκρουε

(너는) 밟아라

ἐγκατακρουέτω

(그는) 밟아라

쌍수 ἐγκατακρούετον

(너희 둘은) 밟아라

ἐγκατακρουέτων

(그 둘은) 밟아라

복수 ἐγκατακρούετε

(너희는) 밟아라

ἐγκατακρουόντων, ἐγκατακρουέτωσαν

(그들은) 밟아라

부정사 ἐγκατακρούειν

밟는 것

분사 남성여성중성
ἐγκατακρουων

ἐγκατακρουοντος

ἐγκατακρουουσα

ἐγκατακρουουσης

ἐγκατακρουον

ἐγκατακρουοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκατακρούομαι

(나는) 밟어진다

ἐγκατακρούει, ἐγκατακρούῃ

(너는) 밟어진다

ἐγκατακρούεται

(그는) 밟어진다

쌍수 ἐγκατακρούεσθον

(너희 둘은) 밟어진다

ἐγκατακρούεσθον

(그 둘은) 밟어진다

복수 ἐγκατακρουόμεθα

(우리는) 밟어진다

ἐγκατακρούεσθε

(너희는) 밟어진다

ἐγκατακρούονται

(그들은) 밟어진다

접속법단수 ἐγκατακρούωμαι

(나는) 밟어지자

ἐγκατακρούῃ

(너는) 밟어지자

ἐγκατακρούηται

(그는) 밟어지자

쌍수 ἐγκατακρούησθον

(너희 둘은) 밟어지자

ἐγκατακρούησθον

(그 둘은) 밟어지자

복수 ἐγκατακρουώμεθα

(우리는) 밟어지자

ἐγκατακρούησθε

(너희는) 밟어지자

ἐγκατακρούωνται

(그들은) 밟어지자

기원법단수 ἐγκατακρουοίμην

(나는) 밟어지기를 (바라다)

ἐγκατακρούοιο

(너는) 밟어지기를 (바라다)

ἐγκατακρούοιτο

(그는) 밟어지기를 (바라다)

쌍수 ἐγκατακρούοισθον

(너희 둘은) 밟어지기를 (바라다)

ἐγκατακρουοίσθην

(그 둘은) 밟어지기를 (바라다)

복수 ἐγκατακρουοίμεθα

(우리는) 밟어지기를 (바라다)

ἐγκατακρούοισθε

(너희는) 밟어지기를 (바라다)

ἐγκατακρούοιντο

(그들은) 밟어지기를 (바라다)

명령법단수 ἐγκατακρούου

(너는) 밟어져라

ἐγκατακρουέσθω

(그는) 밟어져라

쌍수 ἐγκατακρούεσθον

(너희 둘은) 밟어져라

ἐγκατακρουέσθων

(그 둘은) 밟어져라

복수 ἐγκατακρούεσθε

(너희는) 밟어져라

ἐγκατακρουέσθων, ἐγκατακρουέσθωσαν

(그들은) 밟어져라

부정사 ἐγκατακρούεσθαι

밟어지는 것

분사 남성여성중성
ἐγκατακρουομενος

ἐγκατακρουομενου

ἐγκατακρουομενη

ἐγκατακρουομενης

ἐγκατακρουομενον

ἐγκατακρουομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκατακρούσω

(나는) 밟겠다

ἐγκατακρούσεις

(너는) 밟겠다

ἐγκατακρούσει

(그는) 밟겠다

쌍수 ἐγκατακρούσετον

(너희 둘은) 밟겠다

ἐγκατακρούσετον

(그 둘은) 밟겠다

복수 ἐγκατακρούσομεν

(우리는) 밟겠다

ἐγκατακρούσετε

(너희는) 밟겠다

ἐγκατακρούσουσιν*

(그들은) 밟겠다

기원법단수 ἐγκατακρούσοιμι

(나는) 밟겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοις

(너는) 밟겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοι

(그는) 밟겠기를 (바라다)

쌍수 ἐγκατακρούσοιτον

(너희 둘은) 밟겠기를 (바라다)

ἐγκατακρουσοίτην

(그 둘은) 밟겠기를 (바라다)

복수 ἐγκατακρούσοιμεν

(우리는) 밟겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοιτε

(너희는) 밟겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοιεν

(그들은) 밟겠기를 (바라다)

부정사 ἐγκατακρούσειν

밟을 것

분사 남성여성중성
ἐγκατακρουσων

ἐγκατακρουσοντος

ἐγκατακρουσουσα

ἐγκατακρουσουσης

ἐγκατακρουσον

ἐγκατακρουσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐγκατακρούσομαι

(나는) 밟어지겠다

ἐγκατακρούσει, ἐγκατακρούσῃ

(너는) 밟어지겠다

ἐγκατακρούσεται

(그는) 밟어지겠다

쌍수 ἐγκατακρούσεσθον

(너희 둘은) 밟어지겠다

ἐγκατακρούσεσθον

(그 둘은) 밟어지겠다

복수 ἐγκατακρουσόμεθα

(우리는) 밟어지겠다

ἐγκατακρούσεσθε

(너희는) 밟어지겠다

ἐγκατακρούσονται

(그들은) 밟어지겠다

기원법단수 ἐγκατακρουσοίμην

(나는) 밟어지겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοιο

(너는) 밟어지겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοιτο

(그는) 밟어지겠기를 (바라다)

쌍수 ἐγκατακρούσοισθον

(너희 둘은) 밟어지겠기를 (바라다)

ἐγκατακρουσοίσθην

(그 둘은) 밟어지겠기를 (바라다)

복수 ἐγκατακρουσοίμεθα

(우리는) 밟어지겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοισθε

(너희는) 밟어지겠기를 (바라다)

ἐγκατακρούσοιντο

(그들은) 밟어지겠기를 (바라다)

부정사 ἐγκατακρούσεσθαι

밟어질 것

분사 남성여성중성
ἐγκατακρουσομενος

ἐγκατακρουσομενου

ἐγκατακρουσομενη

ἐγκατακρουσομενης

ἐγκατακρουσομενον

ἐγκατακρουσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠγκᾶτακρουον

(나는) 밟고 있었다

ἠγκᾶτακρουες

(너는) 밟고 있었다

ἠγκᾶτακρουεν*

(그는) 밟고 있었다

쌍수 ἠγκάτακρουετον

(너희 둘은) 밟고 있었다

ἠγκατᾶκρουετην

(그 둘은) 밟고 있었다

복수 ἠγκάτακρουομεν

(우리는) 밟고 있었다

ἠγκάτακρουετε

(너희는) 밟고 있었다

ἠγκᾶτακρουον

(그들은) 밟고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠγκατᾶκρουομην

(나는) 밟어지고 있었다

ἠγκάτακρουου

(너는) 밟어지고 있었다

ἠγκάτακρουετο

(그는) 밟어지고 있었다

쌍수 ἠγκάτακρουεσθον

(너희 둘은) 밟어지고 있었다

ἠγκατᾶκρουεσθην

(그 둘은) 밟어지고 있었다

복수 ἠγκατᾶκρουομεθα

(우리는) 밟어지고 있었다

ἠγκάτακρουεσθε

(너희는) 밟어지고 있었다

ἠγκάτακρουοντο

(그들은) 밟어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ιἄκχ’ ὦ πολυτίμητ’ ἐν ἕδραισ ἐνθάδε ναίων, Ιἄκχ’ ὦ Ιἄκχε, ἐλθὲ τόνδ’ ἀνὰ λειμῶνα χορεύσων ὁσίουσ ἐσ θιασώτασ, πολύκαρπον μὲν τινάσσων περὶ κρατὶ σῷ βρύοντα στέφανον μύρτων, θρασεῖ δ’ ἐγκατακρούων ποδὶ τὰν ἀκόλαστον φιλοπαίγμονα τιμάν, χαρίτων πλεῖστον ἔχουσαν μέροσ, ἁγνάν, ἱερὰν ὁσίοισ μύσταισ χορείαν. (Aristophanes, Frogs, Parodos, strophe 11)

    (아리스토파네스, Frogs, Parodos, strophe 11)

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION