Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐξερείπω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ἐξερείπω

Structure: ἐξ (Prefix) + ἐρείπ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to strike off, to fall to earth, streaming downwards from

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐξερείπω ἐξερείπεις ἐξερείπει
Dual ἐξερείπετον ἐξερείπετον
Plural ἐξερείπομεν ἐξερείπετε ἐξερείπουσιν*
SubjunctiveSingular ἐξερείπω ἐξερείπῃς ἐξερείπῃ
Dual ἐξερείπητον ἐξερείπητον
Plural ἐξερείπωμεν ἐξερείπητε ἐξερείπωσιν*
OptativeSingular ἐξερείποιμι ἐξερείποις ἐξερείποι
Dual ἐξερείποιτον ἐξερειποίτην
Plural ἐξερείποιμεν ἐξερείποιτε ἐξερείποιεν
ImperativeSingular ἐξέρειπε ἐξερειπέτω
Dual ἐξερείπετον ἐξερειπέτων
Plural ἐξερείπετε ἐξερειπόντων, ἐξερειπέτωσαν
Infinitive ἐξερείπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐξερειπων ἐξερειποντος ἐξερειπουσα ἐξερειπουσης ἐξερειπον ἐξερειποντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐξερείπομαι ἐξερείπει, ἐξερείπῃ ἐξερείπεται
Dual ἐξερείπεσθον ἐξερείπεσθον
Plural ἐξερειπόμεθα ἐξερείπεσθε ἐξερείπονται
SubjunctiveSingular ἐξερείπωμαι ἐξερείπῃ ἐξερείπηται
Dual ἐξερείπησθον ἐξερείπησθον
Plural ἐξερειπώμεθα ἐξερείπησθε ἐξερείπωνται
OptativeSingular ἐξερειποίμην ἐξερείποιο ἐξερείποιτο
Dual ἐξερείποισθον ἐξερειποίσθην
Plural ἐξερειποίμεθα ἐξερείποισθε ἐξερείποιντο
ImperativeSingular ἐξερείπου ἐξερειπέσθω
Dual ἐξερείπεσθον ἐξερειπέσθων
Plural ἐξερείπεσθε ἐξερειπέσθων, ἐξερειπέσθωσαν
Infinitive ἐξερείπεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐξερειπομενος ἐξερειπομενου ἐξερειπομενη ἐξερειπομενης ἐξερειπομενον ἐξερειπομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to strike off

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION