헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δυσδιάλυτος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δυσδιάλυτος δυσδιάλυτον

형태분석: δυσδιαλυτ (어간) + ος (어미)

  1. hard to reconcile

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 δυσδιάλυτος

(이)가

δυσδιάλυτον

(것)가

속격 δυσδιαλύτου

(이)의

δυσδιαλύτου

(것)의

여격 δυσδιαλύτῳ

(이)에게

δυσδιαλύτῳ

(것)에게

대격 δυσδιάλυτον

(이)를

δυσδιάλυτον

(것)를

호격 δυσδιάλυτε

(이)야

δυσδιάλυτον

(것)야

쌍수주/대/호 δυσδιαλύτω

(이)들이

δυσδιαλύτω

(것)들이

속/여 δυσδιαλύτοιν

(이)들의

δυσδιαλύτοιν

(것)들의

복수주격 δυσδιάλυτοι

(이)들이

δυσδιάλυτα

(것)들이

속격 δυσδιαλύτων

(이)들의

δυσδιαλύτων

(것)들의

여격 δυσδιαλύτοις

(이)들에게

δυσδιαλύτοις

(것)들에게

대격 δυσδιαλύτους

(이)들을

δυσδιάλυτα

(것)들을

호격 δυσδιάλυτοι

(이)들아

δυσδιάλυτα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅταν δὲ συντελέσῃ, φέρουσα παρέθηκε παρὰ τὸ κλύσμα τοῦ κύματοσ, ὅπου προσπίπτουσα μαλακῶσ ἡ θάλασσα τὸ μὲν οὐ καλῶσ ἀραρὸσ ἐδίδαξεν ἀκέσασθαι καὶ καταπυκνῶσαι, χαλώμενον ὁρῶσαν ὑπὸ τῆσ πληγῆσ τὰ δ’ ἡρμοσμένα κατασφίγγει καὶ πήγνυσιν, ὥστε καὶ λίθῳ καὶ σιδήρῳ δυσδιάλυτον εἶναι καὶ δύστρωτον. (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 35 13:1)

    (플루타르코스, De sollertia animalium, chapter, section 35 13:1)

  • καὶ συναρμοσθέντων πάντων κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον, τὸ μὲν ὅλον ἀπετελέσθη σχῆμα τῆσ τάξεωσ ἔμβολον, οὗ τὸ μὲν ἐπὶ τὴν κορυφὴν μέροσ ἦν κοῖλον, τὸ δὲ πρὸσ τῇ βάσει στερεόν, τὸ δὲ σύμπαν ἐνεργὸν καὶ πρακτικόν, ἅμα δὲ καὶ δυσδιάλυτον. (Polybius, Histories, book 1, chapter 26 16:1)

    (폴리비오스, Histories, book 1, chapter 26 16:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION