Ancient Greek-English Dictionary Language

διασκανδικίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διασκανδικίζω

Structure: διασκανδικίζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to dose with chervil, to come Euripides over one

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διασκανδικίζω διασκανδικίζεις διασκανδικίζει
Dual διασκανδικίζετον διασκανδικίζετον
Plural διασκανδικίζομεν διασκανδικίζετε διασκανδικίζουσιν*
SubjunctiveSingular διασκανδικίζω διασκανδικίζῃς διασκανδικίζῃ
Dual διασκανδικίζητον διασκανδικίζητον
Plural διασκανδικίζωμεν διασκανδικίζητε διασκανδικίζωσιν*
OptativeSingular διασκανδικίζοιμι διασκανδικίζοις διασκανδικίζοι
Dual διασκανδικίζοιτον διασκανδικιζοίτην
Plural διασκανδικίζοιμεν διασκανδικίζοιτε διασκανδικίζοιεν
ImperativeSingular διασκανδίκιζε διασκανδικιζέτω
Dual διασκανδικίζετον διασκανδικιζέτων
Plural διασκανδικίζετε διασκανδικιζόντων, διασκανδικιζέτωσαν
Infinitive διασκανδικίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διασκανδικιζων διασκανδικιζοντος διασκανδικιζουσα διασκανδικιζουσης διασκανδικιζον διασκανδικιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διασκανδικίζομαι διασκανδικίζει, διασκανδικίζῃ διασκανδικίζεται
Dual διασκανδικίζεσθον διασκανδικίζεσθον
Plural διασκανδικιζόμεθα διασκανδικίζεσθε διασκανδικίζονται
SubjunctiveSingular διασκανδικίζωμαι διασκανδικίζῃ διασκανδικίζηται
Dual διασκανδικίζησθον διασκανδικίζησθον
Plural διασκανδικιζώμεθα διασκανδικίζησθε διασκανδικίζωνται
OptativeSingular διασκανδικιζοίμην διασκανδικίζοιο διασκανδικίζοιτο
Dual διασκανδικίζοισθον διασκανδικιζοίσθην
Plural διασκανδικιζοίμεθα διασκανδικίζοισθε διασκανδικίζοιντο
ImperativeSingular διασκανδικίζου διασκανδικιζέσθω
Dual διασκανδικίζεσθον διασκανδικιζέσθων
Plural διασκανδικίζεσθε διασκανδικιζέσθων, διασκανδικιζέσθωσαν
Infinitive διασκανδικίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διασκανδικιζομενος διασκανδικιζομενου διασκανδικιζομενη διασκανδικιζομενης διασκανδικιζομενον διασκανδικιζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION