헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διάρρυτος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διάρρυτος

형태분석: διαρρυτ (어간) + ος (어미)

  1. intersected by streams

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 διάρρυτος

(이)가

διαρρύτη

(이)가

διάρρυτον

(것)가

속격 διαρρύτου

(이)의

διαρρύτης

(이)의

διαρρύτου

(것)의

여격 διαρρύτῳ

(이)에게

διαρρύτῃ

(이)에게

διαρρύτῳ

(것)에게

대격 διάρρυτον

(이)를

διαρρύτην

(이)를

διάρρυτον

(것)를

호격 διάρρυτε

(이)야

διαρρύτη

(이)야

διάρρυτον

(것)야

쌍수주/대/호 διαρρύτω

(이)들이

διαρρύτᾱ

(이)들이

διαρρύτω

(것)들이

속/여 διαρρύτοιν

(이)들의

διαρρύταιν

(이)들의

διαρρύτοιν

(것)들의

복수주격 διάρρυτοι

(이)들이

διάρρυται

(이)들이

διάρρυτα

(것)들이

속격 διαρρύτων

(이)들의

διαρρυτῶν

(이)들의

διαρρύτων

(것)들의

여격 διαρρύτοις

(이)들에게

διαρρύταις

(이)들에게

διαρρύτοις

(것)들에게

대격 διαρρύτους

(이)들을

διαρρύτᾱς

(이)들을

διάρρυτα

(것)들을

호격 διάρρυτοι

(이)들아

διάρρυται

(이)들아

διάρρυτα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐν μέσῳ δ’ ἐστὶ πεδίον ποταμοῖσ διάρρυτον, μεγίστῳ δὲ τῷ Κύρῳ, ὃσ τὴν ἀρχὴν ἔχων ἀπὸ τῆσ Ἀρμενίασ, εἰσβαλὼν εὐθὺσ εἰσ τὸ πεδίον τὸ λεχθέν, παραλαβὼν καὶ τὸν Ἄραγον ἐκ τοῦ Καυκάσου ῥέοντα καὶ ἄλλα ὕδατα διὰ στενῆσ ποταμίασ εἰσ τὴν Ἀλβανίαν ἐκπίπτει· (Strabo, Geography, Book 11, chapter 3 4:3)

    (스트라본, 지리학, Book 11, chapter 3 4:3)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION