헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαπλατύνω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαπλατύνω διαπλατυνῶ

형태분석: δια (접두사) + πλατύν (어간) + ω (인칭어미)

  1. to make very wide, dilate

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπλατύνω

διαπλατύνεις

διαπλατύνει

쌍수 διαπλατύνετον

διαπλατύνετον

복수 διαπλατύνομεν

διαπλατύνετε

διαπλατύνουσιν*

접속법단수 διαπλατύνω

διαπλατύνῃς

διαπλατύνῃ

쌍수 διαπλατύνητον

διαπλατύνητον

복수 διαπλατύνωμεν

διαπλατύνητε

διαπλατύνωσιν*

기원법단수 διαπλατύνοιμι

διαπλατύνοις

διαπλατύνοι

쌍수 διαπλατύνοιτον

διαπλατυνοίτην

복수 διαπλατύνοιμεν

διαπλατύνοιτε

διαπλατύνοιεν

명령법단수 διαπλάτυνε

διαπλατυνέτω

쌍수 διαπλατύνετον

διαπλατυνέτων

복수 διαπλατύνετε

διαπλατυνόντων, διαπλατυνέτωσαν

부정사 διαπλατύνειν

분사 남성여성중성
διαπλατυνων

διαπλατυνοντος

διαπλατυνουσα

διαπλατυνουσης

διαπλατυνον

διαπλατυνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπλατύνομαι

διαπλατύνει, διαπλατύνῃ

διαπλατύνεται

쌍수 διαπλατύνεσθον

διαπλατύνεσθον

복수 διαπλατυνόμεθα

διαπλατύνεσθε

διαπλατύνονται

접속법단수 διαπλατύνωμαι

διαπλατύνῃ

διαπλατύνηται

쌍수 διαπλατύνησθον

διαπλατύνησθον

복수 διαπλατυνώμεθα

διαπλατύνησθε

διαπλατύνωνται

기원법단수 διαπλατυνοίμην

διαπλατύνοιο

διαπλατύνοιτο

쌍수 διαπλατύνοισθον

διαπλατυνοίσθην

복수 διαπλατυνοίμεθα

διαπλατύνοισθε

διαπλατύνοιντο

명령법단수 διαπλατύνου

διαπλατυνέσθω

쌍수 διαπλατύνεσθον

διαπλατυνέσθων

복수 διαπλατύνεσθε

διαπλατυνέσθων, διαπλατυνέσθωσαν

부정사 διαπλατύνεσθαι

분사 남성여성중성
διαπλατυνομενος

διαπλατυνομενου

διαπλατυνομενη

διαπλατυνομενης

διαπλατυνομενον

διαπλατυνομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION