헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

βατταρίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: βατταρίζω

형태분석: βατταρίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: ba/ttos

  1. 더듬거리다, 말을 더듬다
  1. to stutter

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 βατταρίζω

(나는) 더듬거린다

βατταρίζεις

(너는) 더듬거린다

βατταρίζει

(그는) 더듬거린다

쌍수 βατταρίζετον

(너희 둘은) 더듬거린다

βατταρίζετον

(그 둘은) 더듬거린다

복수 βατταρίζομεν

(우리는) 더듬거린다

βατταρίζετε

(너희는) 더듬거린다

βατταρίζουσιν*

(그들은) 더듬거린다

접속법단수 βατταρίζω

(나는) 더듬거리자

βατταρίζῃς

(너는) 더듬거리자

βατταρίζῃ

(그는) 더듬거리자

쌍수 βατταρίζητον

(너희 둘은) 더듬거리자

βατταρίζητον

(그 둘은) 더듬거리자

복수 βατταρίζωμεν

(우리는) 더듬거리자

βατταρίζητε

(너희는) 더듬거리자

βατταρίζωσιν*

(그들은) 더듬거리자

기원법단수 βατταρίζοιμι

(나는) 더듬거리기를 (바라다)

βατταρίζοις

(너는) 더듬거리기를 (바라다)

βατταρίζοι

(그는) 더듬거리기를 (바라다)

쌍수 βατταρίζοιτον

(너희 둘은) 더듬거리기를 (바라다)

βατταριζοίτην

(그 둘은) 더듬거리기를 (바라다)

복수 βατταρίζοιμεν

(우리는) 더듬거리기를 (바라다)

βατταρίζοιτε

(너희는) 더듬거리기를 (바라다)

βατταρίζοιεν

(그들은) 더듬거리기를 (바라다)

명령법단수 βαττάριζε

(너는) 더듬거려라

βατταριζέτω

(그는) 더듬거려라

쌍수 βατταρίζετον

(너희 둘은) 더듬거려라

βατταριζέτων

(그 둘은) 더듬거려라

복수 βατταρίζετε

(너희는) 더듬거려라

βατταριζόντων, βατταριζέτωσαν

(그들은) 더듬거려라

부정사 βατταρίζειν

더듬거리는 것

분사 남성여성중성
βατταριζων

βατταριζοντος

βατταριζουσα

βατταριζουσης

βατταριζον

βατταριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 βατταρίζομαι

(나는) 더듬거려진다

βατταρίζει, βατταρίζῃ

(너는) 더듬거려진다

βατταρίζεται

(그는) 더듬거려진다

쌍수 βατταρίζεσθον

(너희 둘은) 더듬거려진다

βατταρίζεσθον

(그 둘은) 더듬거려진다

복수 βατταριζόμεθα

(우리는) 더듬거려진다

βατταρίζεσθε

(너희는) 더듬거려진다

βατταρίζονται

(그들은) 더듬거려진다

접속법단수 βατταρίζωμαι

(나는) 더듬거려지자

βατταρίζῃ

(너는) 더듬거려지자

βατταρίζηται

(그는) 더듬거려지자

쌍수 βατταρίζησθον

(너희 둘은) 더듬거려지자

βατταρίζησθον

(그 둘은) 더듬거려지자

복수 βατταριζώμεθα

(우리는) 더듬거려지자

βατταρίζησθε

(너희는) 더듬거려지자

βατταρίζωνται

(그들은) 더듬거려지자

기원법단수 βατταριζοίμην

(나는) 더듬거려지기를 (바라다)

βατταρίζοιο

(너는) 더듬거려지기를 (바라다)

βατταρίζοιτο

(그는) 더듬거려지기를 (바라다)

쌍수 βατταρίζοισθον

(너희 둘은) 더듬거려지기를 (바라다)

βατταριζοίσθην

(그 둘은) 더듬거려지기를 (바라다)

복수 βατταριζοίμεθα

(우리는) 더듬거려지기를 (바라다)

βατταρίζοισθε

(너희는) 더듬거려지기를 (바라다)

βατταρίζοιντο

(그들은) 더듬거려지기를 (바라다)

명령법단수 βατταρίζου

(너는) 더듬거려져라

βατταριζέσθω

(그는) 더듬거려져라

쌍수 βατταρίζεσθον

(너희 둘은) 더듬거려져라

βατταριζέσθων

(그 둘은) 더듬거려져라

복수 βατταρίζεσθε

(너희는) 더듬거려져라

βατταριζέσθων, βατταριζέσθωσαν

(그들은) 더듬거려져라

부정사 βατταρίζεσθαι

더듬거려지는 것

분사 남성여성중성
βατταριζομενος

βατταριζομενου

βατταριζομενη

βατταριζομενης

βατταριζομενον

βατταριζομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐβαττάριζον

(나는) 더듬거리고 있었다

ἐβαττάριζες

(너는) 더듬거리고 있었다

ἐβαττάριζεν*

(그는) 더듬거리고 있었다

쌍수 ἐβατταρίζετον

(너희 둘은) 더듬거리고 있었다

ἐβατταριζέτην

(그 둘은) 더듬거리고 있었다

복수 ἐβατταρίζομεν

(우리는) 더듬거리고 있었다

ἐβατταρίζετε

(너희는) 더듬거리고 있었다

ἐβαττάριζον

(그들은) 더듬거리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐβατταριζόμην

(나는) 더듬거려지고 있었다

ἐβατταρίζου

(너는) 더듬거려지고 있었다

ἐβατταρίζετο

(그는) 더듬거려지고 있었다

쌍수 ἐβατταρίζεσθον

(너희 둘은) 더듬거려지고 있었다

ἐβατταριζέσθην

(그 둘은) 더듬거려지고 있었다

복수 ἐβατταριζόμεθα

(우리는) 더듬거려지고 있었다

ἐβατταρίζεσθε

(너희는) 더듬거려지고 있었다

ἐβατταρίζοντο

(그들은) 더듬거려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οἶμαι δὲ τὸ βάρβαρον κατ’ ἀρχὰσ ἐκπεφωνῆσθαι οὕτωσ κατ’ ὀνοματοποιίαν ἐπὶ τῶν δυσεκφόρωσ καὶ σκληρῶσ καὶ τραχέωσ λαλούντων, ὡσ τὸ βατταρίζειν καὶ τραυλίζειν καὶ ψελλίζειν. (Strabo, Geography, Book 14, chapter 2 54:15)

    (스트라본, 지리학, Book 14, chapter 2 54:15)

유의어

  1. 더듬거리다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION