Ancient Greek-English Dictionary Language

βασανιστής

First declension Noun; Masculine Transliteration:

Principal Part: βασανιστής βασανιστοῦ

Structure: βασανιστ (Stem) + ης (Ending)

Etym.: basani/zw

Sense

  1. questioner, torturer, tormentor

Declension

First declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἀλλ’ οἱ μὲν τύραννοι σπουδάζοντεσ οὓσ ἂν κολάζωσιν ἀθλίουσ ποιεῖν δημίουσ τρέφουσι καὶ βασανιστάσ, ἢ καυτήρια καὶ σφῆνασ ἐπιμηχανῶνται, ἡ δὲ κακία δίχα πάσησ παρασκευῆσ τῇ ψυχῇ συνελθοῦσα συνέτριψε καὶ κατέβαλε, λύπησ ἐνέπλησε θρήνων βαρυθυμίασ μεταμελείασ τὸν ἄνθρωπον. (Plutarch, An vitiositas ad infelicitatem sufficia, section 2 1:2)
  • ἄλλοι δὲ τύραννοι σπουδάζοντεσ οὓσ ἂν κολάζωσιν ἀθλίουσ ποιεῖν δημίουσ τρέφουσι καὶ βασανιστάσ, ἢ καυτήρια καὶ σφῆνασ ἐπιμηχανῶνται, ἀλόγου ψυχῇ ἡ δὲ κακία δίχα πάσησ παρασκευῆσ τῇ ψυχῇ συνελθοῦσα συνέτριψε καὶ κατέβαλε, λύπησ ἐνέπλησε θρήνων βαρυθυμίασ μεταμελείασ τὸν ἄνθρωπον. (Plutarch, An vitiositas ad infelicitatem sufficia, section 2 1:2)

Synonyms

  1. questioner

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION