헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀτάλλω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀτάλλω

형태분석: ἀτάλλ (어간) + ω (인칭어미)

어원: a)talo/s

  1. 기르다, 양육하다, 성장하다, 키우다, 촉진하다, 자상히 돌보다
  1. to skip in childish glee, gambol
  2. to bring up a child, rear, foster, to grow up, wax

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀτάλλω

ἀτάλλεις

ἀτάλλει

쌍수 ἀτάλλετον

ἀτάλλετον

복수 ἀτάλλομεν

ἀτάλλετε

ἀτάλλουσιν*

접속법단수 ἀτάλλω

ἀτάλλῃς

ἀτάλλῃ

쌍수 ἀτάλλητον

ἀτάλλητον

복수 ἀτάλλωμεν

ἀτάλλητε

ἀτάλλωσιν*

기원법단수 ἀτάλλοιμι

ἀτάλλοις

ἀτάλλοι

쌍수 ἀτάλλοιτον

ἀταλλοίτην

복수 ἀτάλλοιμεν

ἀτάλλοιτε

ἀτάλλοιεν

명령법단수 ά̓ταλλε

ἀταλλέτω

쌍수 ἀτάλλετον

ἀταλλέτων

복수 ἀτάλλετε

ἀταλλόντων, ἀταλλέτωσαν

부정사 ἀτάλλειν

분사 남성여성중성
ἀταλλων

ἀταλλοντος

ἀταλλουσα

ἀταλλουσης

ἀταλλον

ἀταλλοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀτάλλομαι

ἀτάλλει, ἀτάλλῃ

ἀτάλλεται

쌍수 ἀτάλλεσθον

ἀτάλλεσθον

복수 ἀταλλόμεθα

ἀτάλλεσθε

ἀτάλλονται

접속법단수 ἀτάλλωμαι

ἀτάλλῃ

ἀτάλληται

쌍수 ἀτάλλησθον

ἀτάλλησθον

복수 ἀταλλώμεθα

ἀτάλλησθε

ἀτάλλωνται

기원법단수 ἀταλλοίμην

ἀτάλλοιο

ἀτάλλοιτο

쌍수 ἀτάλλοισθον

ἀταλλοίσθην

복수 ἀταλλοίμεθα

ἀτάλλοισθε

ἀτάλλοιντο

명령법단수 ἀτάλλου

ἀταλλέσθω

쌍수 ἀτάλλεσθον

ἀταλλέσθων

복수 ἀτάλλεσθε

ἀταλλέσθων, ἀταλλέσθωσαν

부정사 ἀτάλλεσθαι

분사 남성여성중성
ἀταλλομενος

ἀταλλομενου

ἀταλλομενη

ἀταλλομενης

ἀταλλομενον

ἀταλλομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἄταλλε δὲ κήτε’ ὑπ’ αὐτοῦ πάντοθεν ἐκ κευθμῶν, οὐδ’ ἠγνοίησεν ἄνακτα· (Homer, Iliad, Book 13 4:5)

    (호메로스, 일리아스, Book 13 4:5)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION