- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἄστυδε?

부사; 로마알파벳 전사: astyde 고전 발음: [뛰데] 신약 발음: [뛰대]

기본형: ἄστυδε

  1. into, to, towards the city

예문

  • ἔνθα καθεζόμενος μεῖναι χρόνον, εἰς ὅ κεν ἡμεῖς ἄστυδε ἔλθωμεν καὶ ἱκώμεθα δώματα πατρός. (Homer, Odyssey, Book 6 26:5)

    (호메로스, 오디세이아, Book 6 26:5)

  • ἦμος δ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ηὤς, δὴ τότ ἔπειθ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα Τηλέμαχος, φίλος υἱὸς Ὀδυσσῆος θείοιο, εἵλετο δ ἄλκιμον ἔγχος, ὅ οἱ παλάμηφιν ἀρήρει, ἄστυδε ἱέμενος, καὶ ἑὸν προσέειπε συβώτην: (Homer, Odyssey, Book 17 1:1)

    (호메로스, 오디세이아, Book 17 1:1)

  • κέλομαι γὰρ ἔγωγε ἄστυδε νῦν ἰέναι, μὴ μίμνειν ἠῶ δῖαν ἐν πεδίῳ παρὰ νηυσίν: (Homer, Iliad, Book 18 26:9)

    (호메로스, 일리아스, Book 18 26:9)

  • κέλομαι γὰρ ἔγωγε ἄστυδε νῦν ἰέναι φησίν ἑκὰς δ ἀπὸ τείχεός εἰμεν. (Strabo, Geography, Book 13, chapter 1 64:14)

    (스트라본, 지리학, Book 13, chapter 1 64:14)

유의어

  1. into

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION