헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀρχαιρεσιάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀρχαιρεσιάζω

형태분석: ἀρχαιρεσιάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from a)rxairesi/a

  1. 고르다, 선출하다, 선택하다
  1. to hold the assembly for the election of magistrates, to elect
  2. to canvass for election

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀρχαιρεσιάζω

(나는) 고르다

ἀρχαιρεσιάζεις

(너는) 고르다

ἀρχαιρεσιάζει

(그는) 고르다

쌍수 ἀρχαιρεσιάζετον

(너희 둘은) 고르다

ἀρχαιρεσιάζετον

(그 둘은) 고르다

복수 ἀρχαιρεσιάζομεν

(우리는) 고르다

ἀρχαιρεσιάζετε

(너희는) 고르다

ἀρχαιρεσιάζουσιν*

(그들은) 고르다

접속법단수 ἀρχαιρεσιάζω

(나는) 고르자

ἀρχαιρεσιάζῃς

(너는) 고르자

ἀρχαιρεσιάζῃ

(그는) 고르자

쌍수 ἀρχαιρεσιάζητον

(너희 둘은) 고르자

ἀρχαιρεσιάζητον

(그 둘은) 고르자

복수 ἀρχαιρεσιάζωμεν

(우리는) 고르자

ἀρχαιρεσιάζητε

(너희는) 고르자

ἀρχαιρεσιάζωσιν*

(그들은) 고르자

기원법단수 ἀρχαιρεσιάζοιμι

(나는) 고르기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοις

(너는) 고르기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοι

(그는) 고르기를 (바라다)

쌍수 ἀρχαιρεσιάζοιτον

(너희 둘은) 고르기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιαζοίτην

(그 둘은) 고르기를 (바라다)

복수 ἀρχαιρεσιάζοιμεν

(우리는) 고르기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοιτε

(너희는) 고르기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοιεν

(그들은) 고르기를 (바라다)

명령법단수 ἀρχαιρεσίαζε

(너는) 골라라

ἀρχαιρεσιαζέτω

(그는) 골라라

쌍수 ἀρχαιρεσιάζετον

(너희 둘은) 골라라

ἀρχαιρεσιαζέτων

(그 둘은) 골라라

복수 ἀρχαιρεσιάζετε

(너희는) 골라라

ἀρχαιρεσιαζόντων, ἀρχαιρεσιαζέτωσαν

(그들은) 골라라

부정사 ἀρχαιρεσιάζειν

고르는 것

분사 남성여성중성
ἀρχαιρεσιαζων

ἀρχαιρεσιαζοντος

ἀρχαιρεσιαζουσα

ἀρχαιρεσιαζουσης

ἀρχαιρεσιαζον

ἀρχαιρεσιαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀρχαιρεσιάζομαι

(나는) 골러지다

ἀρχαιρεσιάζει, ἀρχαιρεσιάζῃ

(너는) 골러지다

ἀρχαιρεσιάζεται

(그는) 골러지다

쌍수 ἀρχαιρεσιάζεσθον

(너희 둘은) 골러지다

ἀρχαιρεσιάζεσθον

(그 둘은) 골러지다

복수 ἀρχαιρεσιαζόμεθα

(우리는) 골러지다

ἀρχαιρεσιάζεσθε

(너희는) 골러지다

ἀρχαιρεσιάζονται

(그들은) 골러지다

접속법단수 ἀρχαιρεσιάζωμαι

(나는) 골러지자

ἀρχαιρεσιάζῃ

(너는) 골러지자

ἀρχαιρεσιάζηται

(그는) 골러지자

쌍수 ἀρχαιρεσιάζησθον

(너희 둘은) 골러지자

ἀρχαιρεσιάζησθον

(그 둘은) 골러지자

복수 ἀρχαιρεσιαζώμεθα

(우리는) 골러지자

ἀρχαιρεσιάζησθε

(너희는) 골러지자

ἀρχαιρεσιάζωνται

(그들은) 골러지자

기원법단수 ἀρχαιρεσιαζοίμην

(나는) 골러지기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοιο

(너는) 골러지기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοιτο

(그는) 골러지기를 (바라다)

쌍수 ἀρχαιρεσιάζοισθον

(너희 둘은) 골러지기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιαζοίσθην

(그 둘은) 골러지기를 (바라다)

복수 ἀρχαιρεσιαζοίμεθα

(우리는) 골러지기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοισθε

(너희는) 골러지기를 (바라다)

ἀρχαιρεσιάζοιντο

(그들은) 골러지기를 (바라다)

명령법단수 ἀρχαιρεσιάζου

(너는) 골러져라

ἀρχαιρεσιαζέσθω

(그는) 골러져라

쌍수 ἀρχαιρεσιάζεσθον

(너희 둘은) 골러져라

ἀρχαιρεσιαζέσθων

(그 둘은) 골러져라

복수 ἀρχαιρεσιάζεσθε

(너희는) 골러져라

ἀρχαιρεσιαζέσθων, ἀρχαιρεσιαζέσθωσαν

(그들은) 골러져라

부정사 ἀρχαιρεσιάζεσθαι

골러지는 것

분사 남성여성중성
ἀρχαιρεσιαζομενος

ἀρχαιρεσιαζομενου

ἀρχαιρεσιαζομενη

ἀρχαιρεσιαζομενης

ἀρχαιρεσιαζομενον

ἀρχαιρεσιαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠρχαιρεσίαζον

(나는) 고르고 있었다

ἠρχαιρεσίαζες

(너는) 고르고 있었다

ἠρχαιρεσίαζεν*

(그는) 고르고 있었다

쌍수 ἠρχαιρεσιάζετον

(너희 둘은) 고르고 있었다

ἠρχαιρεσιαζέτην

(그 둘은) 고르고 있었다

복수 ἠρχαιρεσιάζομεν

(우리는) 고르고 있었다

ἠρχαιρεσιάζετε

(너희는) 고르고 있었다

ἠρχαιρεσίαζον

(그들은) 고르고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠρχαιρεσιαζόμην

(나는) 골러지고 있었다

ἠρχαιρεσιάζου

(너는) 골러지고 있었다

ἠρχαιρεσιάζετο

(그는) 골러지고 있었다

쌍수 ἠρχαιρεσιάζεσθον

(너희 둘은) 골러지고 있었다

ἠρχαιρεσιαζέσθην

(그 둘은) 골러지고 있었다

복수 ἠρχαιρεσιαζόμεθα

(우리는) 골러지고 있었다

ἠρχαιρεσιάζεσθε

(너희는) 골러지고 있었다

ἠρχαιρεσιάζοντο

(그들은) 골러지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἵν’ οὖν μὴ καιρῷ δοκῇ νόμῳ δὲ λαμβάνειν ὁ ἀνήρ, μηδ’, ὡσ ἀπ ἐγνωκὼσ τὴν πόλιν, ὅπλοισ ἀρχαιρεσιάζῃ τὰ τοῦ στρατοῦ σποράδοσ καὶ πλάνητοσ, ἔδει τοὺσ ἐν Καπετωλίῳ βουλευτὰσ ἐπιψηφίσ ασθαι τὴν τῶν στρατιωτῶν γνώμην μαθόντασ. (Plutarch, De fortuna Romanorum, section 12 1:3)

    (플루타르코스, De fortuna Romanorum, section 12 1:3)

  • ἵν’ οὖν μὴ καιρῷ δοκῇ νόμῳ δὲ λαμβάνειν ὁ ἀνήρ, μηδ’ ὡσ ἀπεγνωκὼσ τὴν πόλιν ὅπλοισ ἀρχαιρεσιάζῃ τὰ τοῦ στρατοῦ σποράδοσ καὶ πλάνητοσ, ἔδει τοὺσ ἐν Καπετωλίῳ βουλευτὰσ ἐπιψηφίσασθαι τὴν τῶν στρατιωτῶν γνώμην μαθόντασ, ἦν οὖν Γάιοσ Πόντιοσ ἀνὴρ ἀγαθόσ, καὶ τῶν δεδογμένων αὐτάγγελοσ ὑποστὰσ ἔσεσθαι τοῖσ ἐν Καπετωλίῳ μέγαν ἀνεδέξατο κίνδυνον ἡ γὰρ ὁδὸσ ἦν διὰ τῶν πολεμίων κύκλῳ φυλακαῖσ καὶ χάραξι τὴν ἄκραν περιεχόντων. (Plutarch, De fortuna Romanorum, section 12 6:1)

    (플루타르코스, De fortuna Romanorum, section 12 6:1)

유의어

  1. 고르다

  2. to canvass for election

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION