고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: ἀπρικδόπληκτος ἀπρικδόπληκτη ἀπρικδόπληκτον
Structure: ἀπρικδοπληκτ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | ἀπρικδόπληκτος | ἀπρικδόπλήκτη | ἀπρικδόπληκτον |
| Genitive | ἀπρικδοπλήκτου | ἀπρικδόπλήκτης | ἀπρικδοπλήκτου | |
| Dative | ἀπρικδοπλήκτῳ | ἀπρικδόπλήκτῃ | ἀπρικδοπλήκτῳ | |
| Accusative | ἀπρικδόπληκτον | ἀπρικδόπλήκτην | ἀπρικδόπληκτον | |
| Vocative | ἀπρικδόπληκτε | ἀπρικδόπλήκτη | ἀπρικδόπληκτον | |
| Dual | N/A/V | ἀπρικδοπλήκτω | ἀπρικδόπλήκτᾱ | ἀπρικδοπλήκτω |
| G/D | ἀπρικδοπλήκτοιν | ἀπρικδόπλήκταιν | ἀπρικδοπλήκτοιν | |
| Plural | Nominative | ἀπρικδόπληκτοι | ἀπρικδό́πληκται | ἀπρικδόπληκτα |
| Genitive | ἀπρικδοπλήκτων | ἀπρικδόπληκτῶν | ἀπρικδοπλήκτων | |
| Dative | ἀπρικδοπλήκτοις | ἀπρικδόπλήκταις | ἀπρικδοπλήκτοις | |
| Accusative | ἀπρικδοπλήκτους | ἀπρικδόπλήκτᾱς | ἀπρικδόπληκτα | |
| Vocative | ἀπρικδόπληκτοι | ἀπρικδό́πληκται | ἀπρικδόπληκτα | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | ἀπρικδόπληκτος ἀπρικδοπλήκτου | ἀπρικδοπληκτότερος ἀπρικδοπληκτοτέρου | ἀπρικδοπληκτότατος ἀπρικδοπληκτοτάτου |
| Adverb | ἀπρικδοπλήκτως | ἀπρικδοπληκτότερον | ἀπρικδοπληκτότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기