고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: ἀποπληκτικός ἀποπληκτική ἀποπληκτικόν
Structure: ἀποπληκτικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | ἀποπληκτικός | ἀποπληκτική | ἀποπληκτικόν |
| Genitive | ἀποπληκτικοῦ | ἀποπληκτικῆς | ἀποπληκτικοῦ | |
| Dative | ἀποπληκτικῷ | ἀποπληκτικῇ | ἀποπληκτικῷ | |
| Accusative | ἀποπληκτικόν | ἀποπληκτικήν | ἀποπληκτικόν | |
| Vocative | ἀποπληκτικέ | ἀποπληκτική | ἀποπληκτικόν | |
| Dual | N/A/V | ἀποπληκτικώ | ἀποπληκτικᾱ́ | ἀποπληκτικώ |
| G/D | ἀποπληκτικοῖν | ἀποπληκτικαῖν | ἀποπληκτικοῖν | |
| Plural | Nominative | ἀποπληκτικοί | ἀποπληκτικαί | ἀποπληκτικά |
| Genitive | ἀποπληκτικῶν | ἀποπληκτικῶν | ἀποπληκτικῶν | |
| Dative | ἀποπληκτικοῖς | ἀποπληκτικαῖς | ἀποπληκτικοῖς | |
| Accusative | ἀποπληκτικούς | ἀποπληκτικᾱ́ς | ἀποπληκτικά | |
| Vocative | ἀποπληκτικοί | ἀποπληκτικαί | ἀποπληκτικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | ἀποπληκτικός ἀποπληκτικοῦ | ἀποπληκτικότερος ἀποπληκτικοτεροῦ | ἀποπληκτικότατος ἀποπληκτικοτατοῦ |
| Adverb | ἀποπληκτικώς | ἀποπληκτικότερον | ἀποπληκτικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Ancient Greek entries from Wiktionary
Find this word at Wiktionary고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기