헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποκορυφόω

ο 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀποκορυφόω

형태분석: ἀπο (접두사) + κορυφό (어간) + ω (인칭어미)

  1. to bring to a point, gave, short answer

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκορύφω

ἀποκορύφοις

ἀποκορύφοι

쌍수 ἀποκορύφουτον

ἀποκορύφουτον

복수 ἀποκορύφουμεν

ἀποκορύφουτε

ἀποκορύφουσιν*

접속법단수 ἀποκορύφω

ἀποκορύφοις

ἀποκορύφοι

쌍수 ἀποκορύφωτον

ἀποκορύφωτον

복수 ἀποκορύφωμεν

ἀποκορύφωτε

ἀποκορύφωσιν*

기원법단수 ἀποκορύφοιμι

ἀποκορύφοις

ἀποκορύφοι

쌍수 ἀποκορύφοιτον

ἀποκορυφοίτην

복수 ἀποκορύφοιμεν

ἀποκορύφοιτε

ἀποκορύφοιεν

명령법단수 ἀποκορῦφου

ἀποκορυφοῦτω

쌍수 ἀποκορύφουτον

ἀποκορυφοῦτων

복수 ἀποκορύφουτε

ἀποκορυφοῦντων, ἀποκορυφοῦτωσαν

부정사 ἀποκορύφουν

분사 남성여성중성
ἀποκορυφων

ἀποκορυφουντος

ἀποκορυφουσα

ἀποκορυφουσης

ἀποκορυφουν

ἀποκορυφουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκορύφουμαι

ἀποκορύφοι

ἀποκορύφουται

쌍수 ἀποκορύφουσθον

ἀποκορύφουσθον

복수 ἀποκορυφοῦμεθα

ἀποκορύφουσθε

ἀποκορύφουνται

접속법단수 ἀποκορύφωμαι

ἀποκορύφοι

ἀποκορύφωται

쌍수 ἀποκορύφωσθον

ἀποκορύφωσθον

복수 ἀποκορυφώμεθα

ἀποκορύφωσθε

ἀποκορύφωνται

기원법단수 ἀποκορυφοίμην

ἀποκορύφοιο

ἀποκορύφοιτο

쌍수 ἀποκορύφοισθον

ἀποκορυφοίσθην

복수 ἀποκορυφοίμεθα

ἀποκορύφοισθε

ἀποκορύφοιντο

명령법단수 ἀποκορύφου

ἀποκορυφοῦσθω

쌍수 ἀποκορύφουσθον

ἀποκορυφοῦσθων

복수 ἀποκορύφουσθε

ἀποκορυφοῦσθων, ἀποκορυφοῦσθωσαν

부정사 ἀποκορύφουσθαι

분사 남성여성중성
ἀποκορυφουμενος

ἀποκορυφουμενου

ἀποκορυφουμενη

ἀποκορυφουμενης

ἀποκορυφουμενον

ἀποκορυφουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION