헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποκάλυψις

3군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀποκάλυψις ἀποκαλύψεως

형태분석: ἀποκαλυψι (어간) + ς (어미)

어원: from a)pokalu/ptw

  1. 공개, 노출, 벗김, 폭로
  1. uncovering, revelation, disclosure

곡용 정보

3군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καίτοι τινὲσ οὔ φασιν ὑδάτων ἑτοίμων κεκρυμμένων πηγὰσ ἐναποκεῖσθαι τοῖσ τόποισ ἐξ ὧν ῥέουσιν, οὐδ’ ἀποκάλυψιν οὐδὲ ῥῆξιν εἶναι τὴν ἐκβολὴν αὐτῶν, ἀλλὰ γένεσιν καὶ σύστασιν ἐνταῦθα τῆσ ὕλησ ἐξυγραινομένησ· (Plutarch, Aemilius Paulus, chapter 14 2:2)

    (플루타르코스, Aemilius Paulus, chapter 14 2:2)

  • καὶ γὰρ πενθεροὶ γαμβροῖσ ἐφυλάττοντο συλλούεσθαι, δυσωπούμενοι τὴν ἀποκάλυψιν καὶ γύμνωσιν. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 20 5:3)

    (플루타르코스, Marcus Cato, chapter 20 5:3)

  • "ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου ὃ ἡτοίμασασ κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, Φῶσ εἰσ ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ. (, chapter 1 102:1)

    (, chapter 1 102:1)

  • ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆσ κτίσεωσ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ θεοῦ ἀπεκδέχεται· (PROS RWMAIOUS, chapter 1 227:1)

    (PROS RWMAIOUS, chapter 1 227:1)

  • καθὼσ τὸ μαρτύριον τοῦ χριστοῦ ἐβεβαιώθη ἐν ὑμῖν, ὥστε ὑμᾶσ μὴ ὑστερεῖσθαι ἐν μηδενὶ χαρίσματι, ἀπεκδεχομένουσ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ κυρίου ἡμῶν Ιἠσοῦ Χριστοῦ· (PROS KORINQIOUS A, chapter 1 8:1)

    (PROS KORINQIOUS A, chapter 1 8:1)

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION