Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀπελευθερικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἀπελευθερικός

Etym.: from a)peleu/qeros

Sense

  1. in the condition of a freedman

Examples

  • ὡσ οὖν ἀπελευθερικὸσ ἄνθρωποσ ἔνοχοσ τῷ ἰουδαΐζειν, ὄνομα Κεκίλιοσ, ἐβούλετο παρωσάμενοσ τοὺσ Σικελιώτασ κατηγορεῖν τοῦ Βέρρου· (Plutarch, Cicero, chapter 7 5:2)
  • ὕστερον δὲ ἤδη κρατοῦντοσ αὐτοῦ καὶ πολλοὺσ ἀποκτιννύντοσ, ἀπελευθερικὸσ ἄνθρωποσ, δοκῶν κρύπτειν ἕνα τῶν προγεγραμμένων καὶ κατακρημνίζεσθαι διὰ τοῦτο μέλλων, ὠνείδισε τὸν Σύλλαν ὅτι πολὺν χρόνον ἐν μιᾷ συνοικίᾳ διῃτῶντο, φέροντεσ ἐνοίκιον αὐτόσ μὲν τῶν ἄνω δισχιλίουσ νούμμουσ, ἐκεῖνοσ δὲ τῶν ὑποκάτω τρισχιλίουσ, ὥστε τῆσ τύχησ αὐτῶν τὸ μεταξὺ χιλίουσ εἶναι νούμμουσ, οἳ πεντήκοντα καὶ διακοσίασ δραχμὰσ Ἀττικὰσ δύνανται, ταῦτα μὲν οὖν ἱστοροῦσι περὶ τῆσ παλαιᾶσ τοῦ Σύλλα τύχησ. (Plutarch, Sulla, chapter 1 4:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION