헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀντισυλλογίζομαι

비축약 동사; 이상동사 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀντισυλλογίζομαι

형태분석: ἀντισυλλογίζ (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. to answer by syllogism

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀντισυλλογίζομαι

ἀντισυλλογίζει, ἀντισυλλογίζῃ

ἀντισυλλογίζεται

쌍수 ἀντισυλλογίζεσθον

ἀντισυλλογίζεσθον

복수 ἀντισυλλογιζόμεθα

ἀντισυλλογίζεσθε

ἀντισυλλογίζονται

접속법단수 ἀντισυλλογίζωμαι

ἀντισυλλογίζῃ

ἀντισυλλογίζηται

쌍수 ἀντισυλλογίζησθον

ἀντισυλλογίζησθον

복수 ἀντισυλλογιζώμεθα

ἀντισυλλογίζησθε

ἀντισυλλογίζωνται

기원법단수 ἀντισυλλογιζοίμην

ἀντισυλλογίζοιο

ἀντισυλλογίζοιτο

쌍수 ἀντισυλλογίζοισθον

ἀντισυλλογιζοίσθην

복수 ἀντισυλλογιζοίμεθα

ἀντισυλλογίζοισθε

ἀντισυλλογίζοιντο

명령법단수 ἀντισυλλογίζου

ἀντισυλλογιζέσθω

쌍수 ἀντισυλλογίζεσθον

ἀντισυλλογιζέσθων

복수 ἀντισυλλογίζεσθε

ἀντισυλλογιζέσθων, ἀντισυλλογιζέσθωσαν

부정사 ἀντισυλλογίζεσθαι

분사 남성여성중성
ἀντισυλλογιζομενος

ἀντισυλλογιζομενου

ἀντισυλλογιζομενη

ἀντισυλλογιζομενης

ἀντισυλλογιζομενον

ἀντισυλλογιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸ μὲν οὖν ἀντισυλλογίζεσθαι δῆλον ὅτι ἐκ τῶν αὐτῶν τόπων ἐνδέχεται ποιεῖν· (Aristotle, Rhetoric, Book 2, chapter 25 2:1)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 2, chapter 25 2:1)

유의어

  1. to answer by syllogism

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION