Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀνδροκτονέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ἀνδροκτονέω

Structure: ἀνδροκτονέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from a)ndrokto/nos

Sense

  1. to slay men

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀνδροκτονῶ ἀνδροκτονεῖς ἀνδροκτονεῖ
Dual ἀνδροκτονεῖτον ἀνδροκτονεῖτον
Plural ἀνδροκτονοῦμεν ἀνδροκτονεῖτε ἀνδροκτονοῦσιν*
SubjunctiveSingular ἀνδροκτονῶ ἀνδροκτονῇς ἀνδροκτονῇ
Dual ἀνδροκτονῆτον ἀνδροκτονῆτον
Plural ἀνδροκτονῶμεν ἀνδροκτονῆτε ἀνδροκτονῶσιν*
OptativeSingular ἀνδροκτονοῖμι ἀνδροκτονοῖς ἀνδροκτονοῖ
Dual ἀνδροκτονοῖτον ἀνδροκτονοίτην
Plural ἀνδροκτονοῖμεν ἀνδροκτονοῖτε ἀνδροκτονοῖεν
ImperativeSingular ἀνδροκτόνει ἀνδροκτονείτω
Dual ἀνδροκτονεῖτον ἀνδροκτονείτων
Plural ἀνδροκτονεῖτε ἀνδροκτονούντων, ἀνδροκτονείτωσαν
Infinitive ἀνδροκτονεῖν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀνδροκτονων ἀνδροκτονουντος ἀνδροκτονουσα ἀνδροκτονουσης ἀνδροκτονουν ἀνδροκτονουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀνδροκτονοῦμαι ἀνδροκτονεῖ, ἀνδροκτονῇ ἀνδροκτονεῖται
Dual ἀνδροκτονεῖσθον ἀνδροκτονεῖσθον
Plural ἀνδροκτονούμεθα ἀνδροκτονεῖσθε ἀνδροκτονοῦνται
SubjunctiveSingular ἀνδροκτονῶμαι ἀνδροκτονῇ ἀνδροκτονῆται
Dual ἀνδροκτονῆσθον ἀνδροκτονῆσθον
Plural ἀνδροκτονώμεθα ἀνδροκτονῆσθε ἀνδροκτονῶνται
OptativeSingular ἀνδροκτονοίμην ἀνδροκτονοῖο ἀνδροκτονοῖτο
Dual ἀνδροκτονοῖσθον ἀνδροκτονοίσθην
Plural ἀνδροκτονοίμεθα ἀνδροκτονοῖσθε ἀνδροκτονοῖντο
ImperativeSingular ἀνδροκτονοῦ ἀνδροκτονείσθω
Dual ἀνδροκτονεῖσθον ἀνδροκτονείσθων
Plural ἀνδροκτονεῖσθε ἀνδροκτονείσθων, ἀνδροκτονείσθωσαν
Infinitive ἀνδροκτονεῖσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀνδροκτονουμενος ἀνδροκτονουμενου ἀνδροκτονουμενη ἀνδροκτονουμενης ἀνδροκτονουμενον ἀνδροκτονουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἀνδροκτονοῦσα πατέρ’ ἐμὸν κατέκτανεν. (Aeschylus, Eumenides, episode31)

Synonyms

  1. to slay men

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION