헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀλλοιωτικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀλλοιωτικός ἀλλοιωτική ἀλλοιωτικόν

형태분석: ἀλλοιωτικ (어간) + ος (어미)

  1. fit for changing

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ἀλλοιωτικός

(이)가

ἀλλοιωτική

(이)가

ἀλλοιωτικόν

(것)가

속격 ἀλλοιωτικοῦ

(이)의

ἀλλοιωτικῆς

(이)의

ἀλλοιωτικοῦ

(것)의

여격 ἀλλοιωτικῷ

(이)에게

ἀλλοιωτικῇ

(이)에게

ἀλλοιωτικῷ

(것)에게

대격 ἀλλοιωτικόν

(이)를

ἀλλοιωτικήν

(이)를

ἀλλοιωτικόν

(것)를

호격 ἀλλοιωτικέ

(이)야

ἀλλοιωτική

(이)야

ἀλλοιωτικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ἀλλοιωτικώ

(이)들이

ἀλλοιωτικᾱ́

(이)들이

ἀλλοιωτικώ

(것)들이

속/여 ἀλλοιωτικοῖν

(이)들의

ἀλλοιωτικαῖν

(이)들의

ἀλλοιωτικοῖν

(것)들의

복수주격 ἀλλοιωτικοί

(이)들이

ἀλλοιωτικαί

(이)들이

ἀλλοιωτικά

(것)들이

속격 ἀλλοιωτικῶν

(이)들의

ἀλλοιωτικῶν

(이)들의

ἀλλοιωτικῶν

(것)들의

여격 ἀλλοιωτικοῖς

(이)들에게

ἀλλοιωτικαῖς

(이)들에게

ἀλλοιωτικοῖς

(것)들에게

대격 ἀλλοιωτικούς

(이)들을

ἀλλοιωτικᾱ́ς

(이)들을

ἀλλοιωτικά

(것)들을

호격 ἀλλοιωτικοί

(이)들아

ἀλλοιωτικαί

(이)들아

ἀλλοιωτικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὀστοῦν δὴ καὶ χόνδρον καὶ νεῦρον καὶ ὑμένα καὶ σύνδεσμον καὶ φλέβα καὶ πάνθ’ ὅσα τοιαῦτα κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ζῳού γένεσιν ἡ φύσισ ἀπεργάζεται δυνάμει χρωμένη καθόλου μὲν εἰπεῖν τῇ γεννητικῇ τε καὶ ἀλλοιωτικῇ, κατὰ μέροσ δὲ θερμαντικῇ τε καὶ ψυκτικῇ καὶ ξηραντικῇ καὶ ὑγραντικῇ καὶ ταῖσ ἐκ τῆσ τούτων κράσεωσ γενομέναισ, οἱο͂ν ὀστοποιητικῇ τε καὶ νευροποιητικῇ καὶ χονδροποιητικῇ· (Galen, On the Natural Faculties., , section 611)

    (갈레노스, On the Natural Faculties., , section 611)

  • ὅσα δὲ τῶν τοιούτων ὀργάνων ἐκ δυοῖν σύγκειται χιτώνων οὐχ ὁμοίων μὲν ἀλλήλοισ, ἁπλοῦ δ’ ἑκατέρου, τούτων οἱ χιτῶνέσ εἰσι τὰ στοιχεῖα καθάπερ τῆσ τε γαστρὸσ καὶ τοῦ στομάχου καὶ τῶν ἐντέρων καὶ τῶν ἀρτηριῶν, καὶ καθ’ ἑκάτερόν γε τῶν χιτώνων ἴδιοσ ἡ ἀλλοιωτικὴ δύναμισ ἡ ἐκ τοῦ παρὰ τῆσ μητρὸσ ἐπιμηνίου γεννήσασα τὸ μόριον, ὥστε τὰσ κατὰ μέροσ ἀλλοιωτικὰσ δυνάμεισ τοσαύτασ εἶναι καθ’ ἕκαστον ζῷον, ὅσαπερ ἂν ἔχῃ τὰ στοιχειώδη μόρια. (Galen, On the Natural Faculties., , section 615)

    (갈레노스, On the Natural Faculties., , section 615)

  • βοηθοὶ δ’ αὐτῆσ καὶ οἱο͂ν ὑπηρέτιδεσ ἥ τ’ ἀλλοιωτικὴ δύναμίσ ἐστι καὶ ἡ θρεπτική. (Galen, On the Natural Faculties., , section 74)

    (갈레노스, On the Natural Faculties., , section 74)

  • οὐδὲ γὰρ ζῆν οὐδὲ διαμένειν οὐδενὶ τῶν ζῳών οὐδ’ εἰσ ἐλάχιστον χρόνον ἔσται δυνατόν, εἰ τοσαῦτα κεκτημένον ἐν ἑαυτῷ μόρια καὶ οὕτω διαφέροντα μήθ’ ἑλκτικῇ τῶν οἰκείων χρήσεται δυνάμει μήτ’ ἀποκριτικῇ τῶν ἀλλοτρίων μήτ’ ἀλλοιωτικῇ τῶν θρεψόντων. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 34)

    (갈레노스, On the Natural Faculties., B, section 34)

  • καὶ μὴν ἤδη καὶ ἡ ἀλλοιωτικὴ δύναμισ ἐξεύρηται μηδ’ αὐτὴ πρὸσ Ἐρασιστράτου γεγραμμένη. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 345)

    (갈레노스, On the Natural Faculties., B, section 345)

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION