헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

Πτολεμαϊκός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: Πτολεμαϊκός Πτολεμαϊκή Πτολεμαϊκόν

형태분석: Πτολεμαϊκ (어간) + ος (어미)

  1. of or from Ptolemy

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 Πτολεμαϊκός

(이)가

Πτολεμαϊκή

(이)가

Πτολεμαϊκόν

(것)가

속격 Πτολεμαϊκοῦ

(이)의

Πτολεμαϊκῆς

(이)의

Πτολεμαϊκοῦ

(것)의

여격 Πτολεμαϊκῷ

(이)에게

Πτολεμαϊκῇ

(이)에게

Πτολεμαϊκῷ

(것)에게

대격 Πτολεμαϊκόν

(이)를

Πτολεμαϊκήν

(이)를

Πτολεμαϊκόν

(것)를

호격 Πτολεμαϊκέ

(이)야

Πτολεμαϊκή

(이)야

Πτολεμαϊκόν

(것)야

쌍수주/대/호 Πτολεμαϊκώ

(이)들이

Πτολεμαϊκᾱ́

(이)들이

Πτολεμαϊκώ

(것)들이

속/여 Πτολεμαϊκοῖν

(이)들의

Πτολεμαϊκαῖν

(이)들의

Πτολεμαϊκοῖν

(것)들의

복수주격 Πτολεμαϊκοί

(이)들이

Πτολεμαϊκαί

(이)들이

Πτολεμαϊκά

(것)들이

속격 Πτολεμαϊκῶν

(이)들의

Πτολεμαϊκῶν

(이)들의

Πτολεμαϊκῶν

(것)들의

여격 Πτολεμαϊκοῖς

(이)들에게

Πτολεμαϊκαῖς

(이)들에게

Πτολεμαϊκοῖς

(것)들에게

대격 Πτολεμαϊκούς

(이)들을

Πτολεμαϊκᾱ́ς

(이)들을

Πτολεμαϊκά

(것)들을

호격 Πτολεμαϊκοί

(이)들아

Πτολεμαϊκαί

(이)들아

Πτολεμαϊκά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρότερον μὲν οὖν κατὰ πόλεισ ἐτυραννοῦντο οἱ Κύπριοι, ἀφ’ οὗ δ’ οἱ Πτολεμαϊκοὶ βασιλεῖσ κύριοι τῆσ Αἰγύπτου κατέστησαν, εἰσ ἐκείνουσ καὶ ἡ Κύπροσ περιέστη συμπραττόντων πολλάκισ καὶ τῶν Ῥωμαίων. (Strabo, Geography, Book 14, chapter 6 12:1)

    (스트라본, 지리학, Book 14, chapter 6 12:1)

  • οἱ μέντοι Πτολεμαϊκοὶ βασιλεῖσ διακόψαντεσ κλειστὸν ἐποίησαν τὸν εὔριπον ὥστε ὅτε βούλοιντο ἐκπλεῖν ἀκωλύτωσ εἰσ τὴν ἔξω θάλατταν καὶ εἰσπλεῖν πάλιν. (Strabo, Geography, book 17, chapter 1 49:6)

    (스트라본, 지리학, book 17, chapter 1 49:6)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION