헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

Κυπρογενής

3군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: Κυπρογενής Κυπρογενές

형태분석: Κυπρογενη (어간) + ς (어미)

어원: gi/gnomai

  1. Cyprus-born

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 Κυπρογενής

(이)가

Κυπρόγενες

(것)가

속격 Κυπρογενούς

(이)의

Κυπρογένους

(것)의

여격 Κυπρογενεί

(이)에게

Κυπρογένει

(것)에게

대격 Κυπρογενή

(이)를

Κυπρόγενες

(것)를

호격 Κυπρογενές

(이)야

Κυπρόγενες

(것)야

쌍수주/대/호 Κυπρογενεί

(이)들이

Κυπρογένει

(것)들이

속/여 Κυπρογενοίν

(이)들의

Κυπρογένοιν

(것)들의

복수주격 Κυπρογενείς

(이)들이

Κυπρογένη

(것)들이

속격 Κυπρογενών

(이)들의

Κυπρογένων

(것)들의

여격 Κυπρογενέσιν*

(이)들에게

Κυπρογένεσιν*

(것)들에게

대격 Κυπρογενείς

(이)들을

Κυπρογένη

(것)들을

호격 Κυπρογενείς

(이)들아

Κυπρογένη

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἀλλ’ ἤνπερ ὅ <τε> γλυκύθυμοσ Ἔρωσ χἠ Κυπρογένει’ Ἀφροδίτη ἵμερον ἡμῶν κατὰ τῶν κόλπων καὶ τῶν μηρῶν καταπνεύσῃ, κᾆτ’ ἐντήξῃ τέτανον τερπνὸν τοῖσ ἀνδράσι καὶ ῥοπαλισμούσ, οἶμαί ποτε Λυσιμάχασ ἡμᾶσ ἐν τοῖσ Ἕλλησι καλεῖσθαι. (Aristophanes, Lysistrata, Agon, antepirrheme1)

    (아리스토파네스, Lysistrata, Agon, antepirrheme1)

  • παῖδ’ ἐρατὸν <δ’> Ἀρχεστράτου αἴνησα, τὸν εἶδον κρατέοντα χερὸσ ἀλκᾷ βωμὸν παρ’ Ὀλύμπιον, κεῖνον κατὰ χρόνον ἰδέᾳ τε καλὸν ὡρ́ᾳ τε κεκραμένον, ἅ ποτε ἀναιδέα Γανυμήδει μόρον ἄλαλκε σὺν Κυπρογενεῖ. (Pindar, Odes, olympian odes, olympian 10 27:1)

    (핀다르, Odes, olympian odes, olympian 10 27:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION