Ancient Greek-English Dictionary Language

Κυκλοβορέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: Κυκλοβορέω Κυκλοβορήσω

Structure: Κυκλοβορέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from Kuklobo/ros

Sense

  1. to brawl like the torrent Cycloborus

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular Κυκλοβόρω Κυκλοβόρεις Κυκλοβόρει
Dual Κυκλοβόρειτον Κυκλοβόρειτον
Plural Κυκλοβόρουμεν Κυκλοβόρειτε Κυκλοβόρουσιν*
SubjunctiveSingular Κυκλοβόρω Κυκλοβόρῃς Κυκλοβόρῃ
Dual Κυκλοβόρητον Κυκλοβόρητον
Plural Κυκλοβόρωμεν Κυκλοβόρητε Κυκλοβόρωσιν*
OptativeSingular Κυκλοβόροιμι Κυκλοβόροις Κυκλοβόροι
Dual Κυκλοβόροιτον Κυκλοβοροίτην
Plural Κυκλοβόροιμεν Κυκλοβόροιτε Κυκλοβόροιεν
ImperativeSingular Κυκλοβο͂ρει Κυκλοβορεῖτω
Dual Κυκλοβόρειτον Κυκλοβορεῖτων
Plural Κυκλοβόρειτε Κυκλοβοροῦντων, Κυκλοβορεῖτωσαν
Infinitive Κυκλοβόρειν
Participle MasculineFeminineNeuter
Κυκλοβορων Κυκλοβορουντος Κυκλοβορουσα Κυκλοβορουσης Κυκλοβορουν Κυκλοβορουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular Κυκλοβόρουμαι Κυκλοβόρει, Κυκλοβόρῃ Κυκλοβόρειται
Dual Κυκλοβόρεισθον Κυκλοβόρεισθον
Plural Κυκλοβοροῦμεθα Κυκλοβόρεισθε Κυκλοβόρουνται
SubjunctiveSingular Κυκλοβόρωμαι Κυκλοβόρῃ Κυκλοβόρηται
Dual Κυκλοβόρησθον Κυκλοβόρησθον
Plural Κυκλοβορώμεθα Κυκλοβόρησθε Κυκλοβόρωνται
OptativeSingular Κυκλοβοροίμην Κυκλοβόροιο Κυκλοβόροιτο
Dual Κυκλοβόροισθον Κυκλοβοροίσθην
Plural Κυκλοβοροίμεθα Κυκλοβόροισθε Κυκλοβόροιντο
ImperativeSingular Κυκλοβόρου Κυκλοβορεῖσθω
Dual Κυκλοβόρεισθον Κυκλοβορεῖσθων
Plural Κυκλοβόρεισθε Κυκλοβορεῖσθων, Κυκλοβορεῖσθωσαν
Infinitive Κυκλοβόρεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
Κυκλοβορουμενος Κυκλοβορουμενου Κυκλοβορουμενη Κυκλοβορουμενης Κυκλοβορουμενον Κυκλοβορουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular Κυκλοβορήσω Κυκλοβορήσεις Κυκλοβορήσει
Dual Κυκλοβορήσετον Κυκλοβορήσετον
Plural Κυκλοβορήσομεν Κυκλοβορήσετε Κυκλοβορήσουσιν*
OptativeSingular Κυκλοβορήσοιμι Κυκλοβορήσοις Κυκλοβορήσοι
Dual Κυκλοβορήσοιτον Κυκλοβορησοίτην
Plural Κυκλοβορήσοιμεν Κυκλοβορήσοιτε Κυκλοβορήσοιεν
Infinitive Κυκλοβορήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
Κυκλοβορησων Κυκλοβορησοντος Κυκλοβορησουσα Κυκλοβορησουσης Κυκλοβορησον Κυκλοβορησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular Κυκλοβορήσομαι Κυκλοβορήσει, Κυκλοβορήσῃ Κυκλοβορήσεται
Dual Κυκλοβορήσεσθον Κυκλοβορήσεσθον
Plural Κυκλοβορησόμεθα Κυκλοβορήσεσθε Κυκλοβορήσονται
OptativeSingular Κυκλοβορησοίμην Κυκλοβορήσοιο Κυκλοβορήσοιτο
Dual Κυκλοβορήσοισθον Κυκλοβορησοίσθην
Plural Κυκλοβορησοίμεθα Κυκλοβορήσοισθε Κυκλοβορήσοιντο
Infinitive Κυκλοβορήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
Κυκλοβορησομενος Κυκλοβορησομενου Κυκλοβορησομενη Κυκλοβορησομενης Κυκλοβορησομενον Κυκλοβορησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION