헬라어 단어 색인 Language

'동사'에 속하는 헬라어 단어 (10691)

ἐγκαρτερέω
(동사), ####내밀다, 뻗다, 견디다
ἐγκαταγηράσκω
(동사), to grow old in
ἐγκαταδέω
(동사), to bind fast in
ἐγκαταδύνω
(동사), sink beneath
ἐγκαταζεύγνυμι
(동사), to adapt to
ἐγκατακαίω
(동사), to burn in
ἐγκατάκειμαι
(동사), ##자다, 주무시다, 잠자다
ἐγκατακλίνω
(동사), to put to bed in, to lie down in
ἐγκατακοιμάομαι
(동사), to lie down to sleep in
ἐγκατακρούω
(동사), 밟다, 사이에서 빛을 내다, 안에 놓다, 반짝거리다
ἐγκαταλαμβάνω
(동사), 둘러싸다, 포위하다, 가두다
ἐγκαταλέγω
(동사), to build in, were built into##to count among, to enlist soldiers
ἐγκαταλείπω
(동사), 남기다, 잊다####생략하다, 무시하다, 빠뜨리다##
ἐγκαταλογίζομαι
(동사), to reckon in or among
ἐγκαταμίγνυμαι
(동사), to be mixed in or with
ἐγκαταπήγνυμι
(동사), to thrust firmly in or into
ἐγκαταπίπτω
(동사), to fall in or upon
ἐγκαταπλέκω
(동사), 잣다, 얽히게 하다, 엮다
ἐγκαταρράπτω
(동사), to sew in
ἐγκατασκήπτω
(동사), 내리누르다, 만나다, 일어나다##
ἐγκατασπείρω
(동사), to disperse in or among
ἐγκαταστοιχειόω
(동사), to implant as a principle in
ἐγκατασφάττω
(동사), to slaughter in
ἐγκατατέμνω
(동사), to cut up among
ἐγκατατίθεμαι
(동사), 두다, 놓다, 놓이다, 위치시키다, 억제하다, 사이에 놓다
ἐγκαταχέω
(동사), to pour in besides
ἐγκατιλλώπτω
(동사), to scoff at
ἐγκατοικέω
(동사), to dwell in
ἐγκατοικοδομέω
(동사), to build in##to immure
ἔγκειμαι
(동사),  ##~에 속하다, 관계되어 있다##몰아대다, 다그치다, 뒤쫓다, 따라가다, 추적하다, 괴롭히다##

SEARCH

MENU NAVIGATION