헬라어 단어 색인 Language

'여성 명사'에 속하는 헬라어 단어 (3992)

ματαιολογία
(명사), idle or empty talk, babble
ματαιοπονία
(명사), labour in vain
ματαιότης
(명사), 공백, 텅 빔, 공허
μάτη
(명사), 탓, 범죄, 어리석음
μᾱ́τηρ
(명사), Doric and Aeolic form of μήτηρ ‎(mḗtēr)
ματία
(명사), a vain attempt
ματτύη
(명사), a dainty dish
μάχαιρα
(명사), 검, 면도날, 칼, 단검, 비수
μαχαιρίς
(명사), a rasor
μάχη
(명사), 전투, 싸움, 갈등##다툼, 분쟁, 투쟁, 싸움##시합, 놀이, 게임##싸움터, 전장##반박, 모순, 반감
μαχλοσύνη
(명사), 욕망, 정욕, 협잡, 사기
μαψαῦραι
(명사), random breezes, squalls, gusts or flaws of wind
μεγαλαυχία
(명사), 거만, 거드름, 오만
μεγαλειότης
(명사), 위엄, 위신
μεγαληγορία
(명사), big talking
μεγαληνορία
(명사), 자부심, 거만, 오만, 자랑
μεγαλογνωμοσύνη
(명사), high-mindedness
μεγαλοδωρία
(명사), 너그러움, 관대함
μεγαλοεργία
(명사), 우아, 웅장
μεγαλόνοια
(명사), greatness of intellect
μεγαλοπραγμοσύνη
(명사), 우아, 웅장, 장엄
μεγαλοφροσύνη
(명사), ##자부심, 거만, 오만
μεγαλοφωνία
(명사), grandiloquence
μεγαλοψυχία
(명사), 거만, 거드름, 오만, 자부심##우아, 웅장
μεγαλωσύνη
(명사), 위대, 웅대, 광대
μέθεξις
(명사), 참가, 참여
μέθη
(명사), ##취기, 취한 상태
μεθημοσύνη
(명사), 부주의, 무관심, 경솔
μεθίδρυσις
(명사), 이동
μεθοδεία
(명사), 기술, 장치, 기능

SEARCH

MENU NAVIGATION