헬라어 단어 색인 Language

'3군 변화 여성 명사'에 속하는 헬라어 단어 (1281)

ἐπαίνεσις
(명사), 칭찬, 찬
ἐπανάσεισις
(명사), a brandishing against
ἐπανάστασις
(명사), 반란, 폭동, 시위, 내전, 불화
ἐπαναχώρησις
(명사), 귀환, 반환
ἐπανόρθωσις
(명사), a correcting, revisal
ἐπάρκεσις
(명사), 지원, 덕택, 도움
ἐπαύξησις
(명사), 증가, 증대, 가산
ἐπαύρεσις
(명사), fruition
ἐπέλασις
(명사), 요금, 혐의
ἐπένθεσις
(명사), (grammar) Insertion of a letter
ἐπεξέτασις
(명사), a fresh review or muster
ἐπερώτησις
(명사), 탐구, 문의, 조사
ἐπήλυσις
(명사), 접근, 강습, 공격
ἐπητύς
(명사), 친절, 은혜, 예절
ἐπίβασις
(명사), 접근, 길, 다가옴, 대로
ἐπίγνωσις
(명사), 검사, 테스트, 검토##아는 사람, 지식, 교제
ἐπίδειξις
(명사), 전시, 발표, 표시##예, 견본##
ἐπίδοσις
(명사), ##증가, 성장, 발전, 진행, 전진
ἐπίθεσις
(명사), ##공격, 습격, 비난
ἐπικέλευσις
(명사), 격려, 권고, 조장
ἐπίκλησις
(명사), ##이름, 성명####매력, 요청, 작은 반발, 사소한 탄원
ἐπίκλυσις
(명사), 홍수, 한물, 대홍수
ἐπικούρησις
(명사), 보호, 방어, 대피소
ἐπικράτησις
(명사), victory over
ἐπίκτησις
(명사), further acquisition, fresh gain
ἐπίληψις
(명사), 발병, 발작##간질, 발작, 발병
ἐπίλυσις
(명사), release from
ἐπινέμησις
(명사), 들이붓기, 퍼뜨리기
ἐπίπλευσις
(명사), a sailing against, the power of attacking
ἐπιπόθησις
(명사), a longing after

SEARCH

MENU NAVIGATION