헬라어 단어 색인 Language

'1/2군 변화 형용사'에 속하는 헬라어 단어 (9014)

στενακτέος
(형용사), one must bewail
στενακτός
(형용사), ##비통한, 애도하는
στενόπορος
(형용사), ##좁은, 비좁은, 소형의, 작은, 한정된
στενός
(형용사), 좁은, 비좁은, 소형의####좁은, 가까운, 친한, 작은, 꼭 맞는##작은, 적은, 미미한, 사소한
στενόστομος
(형용사), narrow-mouthed
στενόχωρος
(형용사), 좁은, 비좁은
Στεντόρειος
(형용사), Stentorian, with a voice like Stentor's
στενωπός
(형용사), 좁은, 비좁은, 폭이 좁은, 한정된, 꼭 맞는##좁은, 비좁은
στεπτός
(형용사), 왕관을 쓴
στερεός
(형용사), 단단한, 튼튼한, 굳은, 굳건한, 견고한, 급한, 잽싼, 빠른##고집스러운, 사나운, 쓴 맛의, 거친##
στέριφος
(형용사), 단단한, 튼튼한, 굳은
στερκτός
(형용사), 사랑받는
στερνοῦχος
(형용사), broad-swelling
στερρόγυιος
(형용사), with strong limbs
στερρός
(형용사), 강한, 튼튼한, 강력한, 진한, 단단한, 굳은##딱딱한, 굳은, 어려운, 거친##고집스러운, 굳은, 어려운, 된, 단단한, 힘든
στεφανηπλόκος
(형용사), plaiting wreaths
στεφανηφόρος
(형용사), 왕관을 쓴##
Στησίχορος
(형용사), establishing
στιβαρός
(형용사), 강한, 강력한, 튼튼한, 진한, 힘센
στιγματηφόρος
(형용사), bearing tattoo-marks.
στικτός
(형용사), 반점이 있는, 얼룩진, 얼룩무늬의, 얼럭덜럭한
στιλπνός
(형용사), 빛나는, 반짝반짝하는, 번쩍이는
στιπτός
(형용사), 튼튼한, 두꺼운, 단단한, 굳은, 된
στιφρός
(형용사), 단단한, 튼튼한, 굳은
στίχινος
(형용사), of lines or verses, who was rhymed to death
στιχογράφος
(형용사), writing verse
Στοϊκός
(형용사),
στολιδωτός
(형용사), hanging in folds
στόμαργος
(형용사), busy with the tongue, loud-tongued, wearisome
στοματουργός
(형용사), word-making

SEARCH

MENU NAVIGATION