헬라어 단어 색인 Language

'1/2군 변화 형용사'에 속하는 헬라어 단어 (9014)

ἐπινέφελος
(형용사), 흐린
ἐπινεφρίδιος
(형용사), upon the kidneys
ἐπινήϊος
(형용사), on board ship
ἐπινίκειος
(형용사),
ἐπινίκιος
(형용사), of victory, triumphal##a song of victory, triumphal ode##a sacrifice for a victory or feast in honour of it##the prize of victory
ἐπινύκτιος
(형용사), by night, nightly
ἐπινύμφειος
(형용사),
ἐπινυμφίδιος
(형용사), of or for a bride, bridal
ἐπινωτίδιος
(형용사), 거꾸로 된, 뒤로 된
ἐπινώτιος
(형용사), 거꾸로 된, 뒤로 된
ἐπίξανθος
(형용사), 황갈색의, 낙엽색의, 주황색의
ἐπίξυνος
(형용사), 흔한, 평범한
ἐπίορκος
(형용사), ##위증죄를 범한, 위증의
ἐπιούσιος
(형용사), 필요한
ἐπίπαστος
(형용사), sprinkled over, a kind of cake with comfits, upon it##a plaster
ἐπίπεδος
(형용사), 고른, 판판한, 수준계
ἐπίπερκνος
(형용사), somewhat dark
ἐπίπλαστος
(형용사), 가짜의, 거짓의, 허위의, 기만적인
ἐπίπλεος
(형용사), 아주 가득한
ἐπίπνους
(형용사), 영감을 받은, 계시 받은
ἐπιπόδιος
(형용사), upon the feet
ἐπιπόθητος
(형용사), 사랑받는, 그리운
ἐπιπόλαιος
(형용사), 엷은, 피상적인, 천박한, 외부의, 겉으로 드러나는##두드러진, 현저한
ἐπίπολος
(형용사), 동료
ἐπίπονος
(형용사), 힘드는, 괴로운, 아픈, 장황한, 지루한##장황한, 지루한, 힘드는##
ἐπίρρητος
(형용사), 수치스러운, 부끄러운, 불명예의
ἐπίρρικνος
(형용사), shrunk up
ἐπίρροθος
(형용사), ##욕설을 퍼붓는, 독설의
ἐπίρρυτος
(형용사), 넘쳐 흐르는, 넘치는##
ἐπίσειστος
(형용사), waving over

SEARCH

MENU NAVIGATION