헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σωματοποιέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σωματοποιέω σωματοποιήσω

형태분석: σωματοποιέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 강화하다, 공고히하다
  2. 징집하다, 모집하다, 채용하다
  1. to make into a body, to consolidate, organise
  2. to provide with bodily strength, to recruit

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωματοποίω

(나는) 강화한다

σωματοποίεις

(너는) 강화한다

σωματοποίει

(그는) 강화한다

쌍수 σωματοποίειτον

(너희 둘은) 강화한다

σωματοποίειτον

(그 둘은) 강화한다

복수 σωματοποίουμεν

(우리는) 강화한다

σωματοποίειτε

(너희는) 강화한다

σωματοποίουσιν*

(그들은) 강화한다

접속법단수 σωματοποίω

(나는) 강화하자

σωματοποίῃς

(너는) 강화하자

σωματοποίῃ

(그는) 강화하자

쌍수 σωματοποίητον

(너희 둘은) 강화하자

σωματοποίητον

(그 둘은) 강화하자

복수 σωματοποίωμεν

(우리는) 강화하자

σωματοποίητε

(너희는) 강화하자

σωματοποίωσιν*

(그들은) 강화하자

기원법단수 σωματοποίοιμι

(나는) 강화하기를 (바라다)

σωματοποίοις

(너는) 강화하기를 (바라다)

σωματοποίοι

(그는) 강화하기를 (바라다)

쌍수 σωματοποίοιτον

(너희 둘은) 강화하기를 (바라다)

σωματοποιοίτην

(그 둘은) 강화하기를 (바라다)

복수 σωματοποίοιμεν

(우리는) 강화하기를 (바라다)

σωματοποίοιτε

(너희는) 강화하기를 (바라다)

σωματοποίοιεν

(그들은) 강화하기를 (바라다)

명령법단수 σωματοποῖει

(너는) 강화해라

σωματοποιεῖτω

(그는) 강화해라

쌍수 σωματοποίειτον

(너희 둘은) 강화해라

σωματοποιεῖτων

(그 둘은) 강화해라

복수 σωματοποίειτε

(너희는) 강화해라

σωματοποιοῦντων, σωματοποιεῖτωσαν

(그들은) 강화해라

부정사 σωματοποίειν

강화하는 것

분사 남성여성중성
σωματοποιων

σωματοποιουντος

σωματοποιουσα

σωματοποιουσης

σωματοποιουν

σωματοποιουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωματοποίουμαι

(나는) 강화된다

σωματοποίει, σωματοποίῃ

(너는) 강화된다

σωματοποίειται

(그는) 강화된다

쌍수 σωματοποίεισθον

(너희 둘은) 강화된다

σωματοποίεισθον

(그 둘은) 강화된다

복수 σωματοποιοῦμεθα

(우리는) 강화된다

σωματοποίεισθε

(너희는) 강화된다

σωματοποίουνται

(그들은) 강화된다

접속법단수 σωματοποίωμαι

(나는) 강화되자

σωματοποίῃ

(너는) 강화되자

σωματοποίηται

(그는) 강화되자

쌍수 σωματοποίησθον

(너희 둘은) 강화되자

σωματοποίησθον

(그 둘은) 강화되자

복수 σωματοποιώμεθα

(우리는) 강화되자

σωματοποίησθε

(너희는) 강화되자

σωματοποίωνται

(그들은) 강화되자

기원법단수 σωματοποιοίμην

(나는) 강화되기를 (바라다)

σωματοποίοιο

(너는) 강화되기를 (바라다)

σωματοποίοιτο

(그는) 강화되기를 (바라다)

쌍수 σωματοποίοισθον

(너희 둘은) 강화되기를 (바라다)

σωματοποιοίσθην

(그 둘은) 강화되기를 (바라다)

복수 σωματοποιοίμεθα

(우리는) 강화되기를 (바라다)

σωματοποίοισθε

(너희는) 강화되기를 (바라다)

σωματοποίοιντο

(그들은) 강화되기를 (바라다)

명령법단수 σωματοποίου

(너는) 강화되어라

σωματοποιεῖσθω

(그는) 강화되어라

쌍수 σωματοποίεισθον

(너희 둘은) 강화되어라

σωματοποιεῖσθων

(그 둘은) 강화되어라

복수 σωματοποίεισθε

(너희는) 강화되어라

σωματοποιεῖσθων, σωματοποιεῖσθωσαν

(그들은) 강화되어라

부정사 σωματοποίεισθαι

강화되는 것

분사 남성여성중성
σωματοποιουμενος

σωματοποιουμενου

σωματοποιουμενη

σωματοποιουμενης

σωματοποιουμενον

σωματοποιουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωματοποιήσω

(나는) 강화하겠다

σωματοποιήσεις

(너는) 강화하겠다

σωματοποιήσει

(그는) 강화하겠다

쌍수 σωματοποιήσετον

(너희 둘은) 강화하겠다

σωματοποιήσετον

(그 둘은) 강화하겠다

복수 σωματοποιήσομεν

(우리는) 강화하겠다

σωματοποιήσετε

(너희는) 강화하겠다

σωματοποιήσουσιν*

(그들은) 강화하겠다

기원법단수 σωματοποιήσοιμι

(나는) 강화하겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοις

(너는) 강화하겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοι

(그는) 강화하겠기를 (바라다)

쌍수 σωματοποιήσοιτον

(너희 둘은) 강화하겠기를 (바라다)

σωματοποιησοίτην

(그 둘은) 강화하겠기를 (바라다)

복수 σωματοποιήσοιμεν

(우리는) 강화하겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοιτε

(너희는) 강화하겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοιεν

(그들은) 강화하겠기를 (바라다)

부정사 σωματοποιήσειν

강화할 것

분사 남성여성중성
σωματοποιησων

σωματοποιησοντος

σωματοποιησουσα

σωματοποιησουσης

σωματοποιησον

σωματοποιησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωματοποιήσομαι

(나는) 강화되겠다

σωματοποιήσει, σωματοποιήσῃ

(너는) 강화되겠다

σωματοποιήσεται

(그는) 강화되겠다

쌍수 σωματοποιήσεσθον

(너희 둘은) 강화되겠다

σωματοποιήσεσθον

(그 둘은) 강화되겠다

복수 σωματοποιησόμεθα

(우리는) 강화되겠다

σωματοποιήσεσθε

(너희는) 강화되겠다

σωματοποιήσονται

(그들은) 강화되겠다

기원법단수 σωματοποιησοίμην

(나는) 강화되겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοιο

(너는) 강화되겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοιτο

(그는) 강화되겠기를 (바라다)

쌍수 σωματοποιήσοισθον

(너희 둘은) 강화되겠기를 (바라다)

σωματοποιησοίσθην

(그 둘은) 강화되겠기를 (바라다)

복수 σωματοποιησοίμεθα

(우리는) 강화되겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοισθε

(너희는) 강화되겠기를 (바라다)

σωματοποιήσοιντο

(그들은) 강화되겠기를 (바라다)

부정사 σωματοποιήσεσθαι

강화될 것

분사 남성여성중성
σωματοποιησομενος

σωματοποιησομενου

σωματοποιησομενη

σωματοποιησομενης

σωματοποιησομενον

σωματοποιησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσωματοποῖουν

(나는) 강화하고 있었다

ἐσωματοποῖεις

(너는) 강화하고 있었다

ἐσωματοποῖειν*

(그는) 강화하고 있었다

쌍수 ἐσωματοποίειτον

(너희 둘은) 강화하고 있었다

ἐσωματοποιεῖτην

(그 둘은) 강화하고 있었다

복수 ἐσωματοποίουμεν

(우리는) 강화하고 있었다

ἐσωματοποίειτε

(너희는) 강화하고 있었다

ἐσωματοποῖουν

(그들은) 강화하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσωματοποιοῦμην

(나는) 강화되고 있었다

ἐσωματοποίου

(너는) 강화되고 있었다

ἐσωματοποίειτο

(그는) 강화되고 있었다

쌍수 ἐσωματοποίεισθον

(너희 둘은) 강화되고 있었다

ἐσωματοποιεῖσθην

(그 둘은) 강화되고 있었다

복수 ἐσωματοποιοῦμεθα

(우리는) 강화되고 있었다

ἐσωματοποίεισθε

(너희는) 강화되고 있었다

ἐσωματοποίουντο

(그들은) 강화되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ταῦτα δ’ ἐποίει, βουλόμενοσ ἅμα μὲν ἀφ’ ὡρισμένου πλήθουσ ἐλαττοῦν ἀεὶ τοὺσ ὑπεναντίουσ, ἅμα δὲ τὰσ τῶν ἰδίων δυνάμεων ψυχὰσ προηττημένασ τοῖσ ὅλοισ διὰ τῶν κατὰ μέροσ προτερημάτων κατὰ βραχὺ σωματοποιεῖν καὶ προσαναλαμβάνειν. (Polybius, Histories, book 3, chapter 90 4:1)

    (폴리비오스, Histories, book 3, chapter 90 4:1)

  • ὁ δὲ Ζεῦξισ ὑπεκρίνετο μὲν ποιεῖν τὰ κατὰ τὰσ συνθήκασ, οὐκ ἐβούλετο δὲ σωματοποιεῖν ἀληθινῶσ τὸν Φίλιππον. (Polybius, Histories, book 16, i. res macedoniae 9:1)

    (폴리비오스, Histories, book 16, i. res macedoniae 9:1)

  • προστρέχοντασ αὐτῇ σωματοποιεῖν. (Polybius, Histories, book 24, chapter 10 5:1)

    (폴리비오스, Histories, book 24, chapter 10 5:1)

  • ἐπεὶ δὲ τοῖσ ὅλοισ πράγμασιν ἔπταισε, πρὸσ πᾶν τὸ μέλλον ἁρμοζόμενοσ ἐπειρᾶτο κατὰ πάντα τρόπον σωματοποιεῖν τὴν αὑτοῦ βασιλείαν. (Polybius, Histories, book 25, b. olymp. 150, 2. res macedoniae 10:1)

    (폴리비오스, Histories, book 25, b. olymp. 150, 2. res macedoniae 10:1)

  • πάντων γὰρ αὐτοῖσ παρὰ δόξαν ἀπαντωμένων, ἠναγκάζοντο παντὶ τῷ λεγομένῳ προσέχειν καὶ πᾶσαν ἐλπίδα σωματοποιεῖν καὶ προσδέχεσθαι. (Polybius, Histories, book 33, chapter 17 3:2)

    (폴리비오스, Histories, book 33, chapter 17 3:2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION