헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σμυρνίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σμυρνίζω σμυρνίσω

형태분석: σμυρνίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: smu/rna

  1. to flavour or drug with myrrh

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σμυρνίζω

σμυρνίζεις

σμυρνίζει

쌍수 σμυρνίζετον

σμυρνίζετον

복수 σμυρνίζομεν

σμυρνίζετε

σμυρνίζουσιν*

접속법단수 σμυρνίζω

σμυρνίζῃς

σμυρνίζῃ

쌍수 σμυρνίζητον

σμυρνίζητον

복수 σμυρνίζωμεν

σμυρνίζητε

σμυρνίζωσιν*

기원법단수 σμυρνίζοιμι

σμυρνίζοις

σμυρνίζοι

쌍수 σμυρνίζοιτον

σμυρνιζοίτην

복수 σμυρνίζοιμεν

σμυρνίζοιτε

σμυρνίζοιεν

명령법단수 σμύρνιζε

σμυρνιζέτω

쌍수 σμυρνίζετον

σμυρνιζέτων

복수 σμυρνίζετε

σμυρνιζόντων, σμυρνιζέτωσαν

부정사 σμυρνίζειν

분사 남성여성중성
σμυρνιζων

σμυρνιζοντος

σμυρνιζουσα

σμυρνιζουσης

σμυρνιζον

σμυρνιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σμυρνίζομαι

σμυρνίζει, σμυρνίζῃ

σμυρνίζεται

쌍수 σμυρνίζεσθον

σμυρνίζεσθον

복수 σμυρνιζόμεθα

σμυρνίζεσθε

σμυρνίζονται

접속법단수 σμυρνίζωμαι

σμυρνίζῃ

σμυρνίζηται

쌍수 σμυρνίζησθον

σμυρνίζησθον

복수 σμυρνιζώμεθα

σμυρνίζησθε

σμυρνίζωνται

기원법단수 σμυρνιζοίμην

σμυρνίζοιο

σμυρνίζοιτο

쌍수 σμυρνίζοισθον

σμυρνιζοίσθην

복수 σμυρνιζοίμεθα

σμυρνίζοισθε

σμυρνίζοιντο

명령법단수 σμυρνίζου

σμυρνιζέσθω

쌍수 σμυρνίζεσθον

σμυρνιζέσθων

복수 σμυρνίζεσθε

σμυρνιζέσθων, σμυρνιζέσθωσαν

부정사 σμυρνίζεσθαι

분사 남성여성중성
σμυρνιζομενος

σμυρνιζομενου

σμυρνιζομενη

σμυρνιζομενης

σμυρνιζομενον

σμυρνιζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION