고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: σκηνογραφικός σκηνογραφική σκηνογραφικόν
형태분석: σκηνογραφικ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | σκηνογραφικός (이)가 | σκηνογραφική (이)가 | σκηνογραφικόν (것)가 |
| 속격 | σκηνογραφικοῦ (이)의 | σκηνογραφικῆς (이)의 | σκηνογραφικοῦ (것)의 | |
| 여격 | σκηνογραφικῷ (이)에게 | σκηνογραφικῇ (이)에게 | σκηνογραφικῷ (것)에게 | |
| 대격 | σκηνογραφικόν (이)를 | σκηνογραφικήν (이)를 | σκηνογραφικόν (것)를 | |
| 호격 | σκηνογραφικέ (이)야 | σκηνογραφική (이)야 | σκηνογραφικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | σκηνογραφικώ (이)들이 | σκηνογραφικᾱ́ (이)들이 | σκηνογραφικώ (것)들이 |
| 속/여 | σκηνογραφικοῖν (이)들의 | σκηνογραφικαῖν (이)들의 | σκηνογραφικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | σκηνογραφικοί (이)들이 | σκηνογραφικαί (이)들이 | σκηνογραφικά (것)들이 |
| 속격 | σκηνογραφικῶν (이)들의 | σκηνογραφικῶν (이)들의 | σκηνογραφικῶν (것)들의 | |
| 여격 | σκηνογραφικοῖς (이)들에게 | σκηνογραφικαῖς (이)들에게 | σκηνογραφικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | σκηνογραφικούς (이)들을 | σκηνογραφικᾱ́ς (이)들을 | σκηνογραφικά (것)들을 | |
| 호격 | σκηνογραφικοί (이)들아 | σκηνογραφικαί (이)들아 | σκηνογραφικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
σκηνογραφικός σκηνογραφικοῦ (이)의 |
σκηνογραφικότερος σκηνογραφικοτεροῦ 더 (이)의 |
σκηνογραφικότατος σκηνογραφικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | σκηνογραφικώς | σκηνογραφικότερον | σκηνογραφικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
(스트라본, 지리학, book 5, chapter 3 16:11)
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기